Η μετατροπή της Γενικής Συνέλευσης, στο πλαίσιο των όρων της Σύμβασης της Χαλέπας, σε ένα πολιτικά ισχυρό αντιπροσωπευτικό σώμα, που θα μπορούσε να λαμβάνει ουσιαστικές αποφάσεις για τα τοπικά ζητήματα, αποτέλεσε καταλύτη για τη μετακίνηση των τοπικών αντιπαραθέσεων από το εθνο-θρησκευτικό στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1885 ήταν σαφής πλέον η διαμόρφωση δύο βασικών κομμάτων, των Φιλελευθέρων ή Ριζοσπαστών, υπό τον τίτλο Ξυπόλητοι και των Συντηρητικών και Μετριοπαθών, υπό τον τίτλο Καραβανάδες.
Στις αρχές του 1889 η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο παρατάξεις είχε κορυφωθεί. Μετά τη συντριπτική τους ήττα στις εκλογές του Μαρτίου του 1889, ορισμένα μέλη των Συντηρητικών δημοσιοποίησαν τον Μάιο ψήφισμα, όπου δήλωναν την άρνησή τους να συμμετάσχουν στη νέα Συνέλευση, ενώ σε δεύτερο χρόνο διακήρυξαν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε λόγω και της άρνησης του Σουλτάνου να ικανοποιήσει διάφορα οικονομικά και φορολογικά αιτήματα. Καθώς οι βιαιοπραγίες ανάμεσα στις δύο κοινότητες εντείνονταν, η οθωμανική κυβέρνηση προχώρησε στην επιβολή στρατιωτικού νόμου, καταλήγοντας στην αναστολή της εφαρμογής των όρων της Σύμβασης της Χαλέπας.