Το 1861 οι κάτοικοι της Νεάπολης της επαρχίας Μεραμβέλλου, ενθαρρυμένοι από τη θετική στάση του νέου Οθωμανού διοικητή, Ισμαήλ Χεκίμ Πασά, και με την υποστήριξη ορισμένων μορφωμένων νέων, εξασφάλισαν την αξιοποίηση των εσόδων της τοπικής μοναστηριακής περιουσίας με σκοπό την ενίσχυση της εκπαίδευσης. Ωστόσο κατά την ίδια περίοδο ζητήθηκε η εφαρμογή στην Κρήτη του Γενικού Κανονισμού, του νέου καταστατικού πλαισίου λειτουργίας της ορθόδοξης εκκλησίας, που εναπόθετε τη διαχείριση της μοναστηριακής περιουσίας στους ηγουμένους και τα μοναστηριακά συμβούλια, υπό την εποπτεία των επισκόπων και της Δημογεροντίας κάθε περιοχής.
Τον Νοέμβριο του 1864, και ενώ ακόμα το μοναστηριακό ζήτημα βρισκόταν υπό διαπραγμάτευση, η Δημογεροντία Ηρακλείου προχώρησε στην αφαίρεση του ελέγχου της μοναστηριακής περιουσίας από τις επαρχιακές επιτροπές. Ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα η εκλογή νέας Δημογεροντίας. Η καθαίρεση στο πλαίσιο των σχετικών διαδικασιών του εκλεγμένου Στέφανου Νικολαΐδη, υποστηρικτή των επαρχιακών επιτροπών, και ο διορισμός από τον Ισμαήλ Πασά του Γ. Καστρινογιαννάκη, που ανήκε στην αντίπαλη παράταξη, θεωρήθηκε κατάφωρη παράβαση της συμφωνίας του 1858. Οι αντιδράσεις που προκάλεσε, αποτέλεσαν το εφαλτήριο για το ξέσπασμα της επανάστασης του 1866.