Η ένταξη της Κρήτης στο οθωμανικό πλαίσιο ολοκληρώνεται τυπικά το 1715 με την παραχώρηση εκ μέρους της Βενετίας των νησίδων που διατηρούσε υπό τον έλεγχό της γύρω από το νησί. Χωρίς τα αναγκαία καταφύγια και την υποστήριξη των Βενετών, παύει σταδιακά η δράση των μικρών ομάδων που οι Οθωμανοί αποκαλούσαν Χαΐνηδες, από τον αραβικό όρο hain, που σημαίνει προδότης. Αποτελούνταν κυρίως από χριστιανούς, ντόπιους και σπανιότερα ξένους, αλλά και μουσουλμάνους, οι οποίοι έλκονταν από την προοπτική του κέρδους που αποκόμιζαν από τα λάφυρα των επιδρομών.
Ωστόσο, η σημαντικότερη μεταβολή αφορούσε το οριστικό τέλος της διαρκούς απειλής μιας ενδεχόμενης προσπάθειας επανάκτησης του νησιού από τους Βενετούς ή κάποια άλλη χριστιανική δύναμη. Η εξάλειψη τόσο των εξωτερικών όσο και των εσωτερικών απειλών δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση από το ρευστό πλαίσιο που κυριαρχούσε κατά την πρώιμη περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης σε μια περίοδο με σαφώς πιο σταθερά χαρακτηριστικά στο επίπεδο της διοίκησης, της οικονομίας αλλά και των κοινωνικών και θρησκευτικών δομών.