Στις αρχές του 1866, λόγω του μοναστηριακού ζητήματος αλλά και των ευρύτερων διοικητικών και φορολογικών παρεμβάσεων, η χριστιανική κοινότητα της Κρήτης βρισκόταν σε αναβρασμό. Παρά την ισχυρή αντίδραση του Γενικού Διοικητή, Ισμαήλ Πασά, οι χριστιανοί κατάφεραν στα μέσα Μαΐου να οργανώσουν γενική συνέλευση με τη συμμετοχή αντιπροσώπων από όλες τις επαρχίες, προχωρώντας στη σύνταξη ενός αναλυτικού υπομνήματος με δέκα αιτήματα προς τον Σουλτάνο.
Σημαντικό εμπόδιο στην προοπτική μιας άμεσης εξέγερσης την άνοιξη του 1866 αποτελούσε η απουσία ουσιαστικής υποστήριξης από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, καθώς και από το ελληνικό κράτος. Σκοπός άλλωστε των χριστιανών έως και την έσχατη στιγμή ήταν να αποδείξουν ότι δεν επιδίωκαν την ένοπλη σύγκρουση αλλά τη διαπραγμάτευση με την οθωμανική εξουσία. Η αποστολή των πρώτων εφοδίων έγινε μόλις στις αρχές Αυγούστου του 1866. Κεντρικό ρόλο στη διαδικασία αυτή είχαν ιδιωτικές επιτροπές που συστάθηκαν σε διάφορες πόλεις του ελληνικού κράτους. Τον συντονισμό τους, όπως και τη συνολική διαχείριση του ζητήματος της τροφοδοσίας των επαναστατών, είχε αναλάβει η Επιτροπή υπέρ των Κρητών, που ιδρύθηκε το 1866 στην Αθήνα και αργότερα μετονομάστηκε σε Κεντρική υπέρ των Κρητών Επιτροπή.