

Η ένταξη της Κρήτης στο οθωμανικό πλαίσιο ολοκληρώνεται τυπικά το 1715 με την παραχώρηση εκ μέρους της Βενετίας των νησίδων που διατηρούσε υπό τον έλεγχό της γύρω από το νησί. Χωρίς τα αναγκαία καταφύγια και την υποστήριξη των Βενετών, παύει σταδιακά η δράση των μικρών ομάδων που οι Οθωμανοί αποκαλούσαν Χαΐνηδες, από τον αραβικό όρο hain, που σημαίνει προδότης. Αποτελούνταν κυρίως από χριστιανούς, ντόπιους και σπανιότερα ξένους, αλλά και μουσουλμάνους, οι οποίοι έλκονταν από την προοπτική του κέρδους που αποκόμιζαν από τα λάφυρα των επιδρομών.
Ωστόσο, η σημαντικότερη μεταβολή αφορούσε το οριστικό τέλος της διαρκούς απειλής μιας ενδεχόμενης προσπάθειας επανάκτησης του νησιού από τους Βενετούς ή κάποια άλλη χριστιανική δύναμη. Η εξάλειψη τόσο των εξωτερικών όσο και των εσωτερικών απειλών δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση από το ρευστό πλαίσιο που κυριαρχούσε κατά την πρώιμη περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης σε μια περίοδο με σαφώς πιο σταθερά χαρακτηριστικά στο επίπεδο της διοίκησης, της οικονομίας αλλά και των κοινωνικών και θρησκευτικών δομών.
Εικόνα:Characteristic figures of the Turk and Christian of Crete
Η εξέγερση του 1770, γνωστή ως η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη, αποτέλεσε μέρος των αποκαλούμενων Ορλοφικών στο πλαίσιο του ρωσο-οθωμανικού πολέμου του 1764-1774. Κεντρικό ρόλο στην περίπτωση της Κρήτης είχε ο Σφακιανός έμπορος Ιωάννης Βλάχος ή Δασκαλογιάννης, ο οποίος κατάφερε να πείσει τους Σφακιανούς ότι με τη βοήθεια της Ρωσίας θα μπορούσαν να εκδιώξουν τους Οθωμανούς από το νησί. Η κινητοποίηση ξεκίνησε το Πάσχα του 1770. Σύντομα οι Σφακιανοί έφτασαν μέχρι τα όρια της πόλης των Χανίων, ωστόσο οι οθωμανικές αρχές συγκέντρωσαν σημαντικό μέρος των στρατιωτικών δυνάμεων του νησιού, ενώ έλαβαν και ενισχύσεις από την Κωνσταντινούπολη. Χωρίς τη βοήθεια των Ρώσων, οι Σφακιανοί δεν ήταν σε θέση να προβάλλουν αποτελεσματική αντίσταση. Πολλά από τα σημαντικότερα χωριά των Σφακίων καταστράφηκαν, ενώ οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν για αρκετούς μήνες, μέχρι την οριστική παράδοση των Σφακιανών το φθινόπωρο του 1770. Ακολούθησε η σύναψη μιας ειδικής συμφωνίας που όριζε το νέο πλαίσιο διοίκησης της επαρχίας. Ο ίδιος ο Δασκαλογιάννης συνελήφθη και κρατήθηκε ως όμηρος μέχρι τον Ιούνιο του 1771, οπότε και εκτελέστηκε από τους Οθωμανούς.
Η προετοιμασία για την έναρξη της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη υπήρξε περιορισμένη συγκριτικά με άλλες περιοχές όπως λ.χ. η Πελοπόννησος. Οι πρώτες κινητοποιήσεις εντάσσονται στο πλαίσιο του αμοιβαίου φόβου μετά την έναρξη της επανάστασης στη Μολδοβλαχία. Οι οθωμανικές αρχές διέταξαν τη συλλογή όσων όπλων βρίσκονταν στα χέρια των χριστιανών, ενώ επέτρεψαν την οπλοφορία σε όλους τους μουσουλμάνους. Παράλληλα, επισκευές έγιναν στις οχυρώσεις των πόλεων και υπήρξε πρόνοια για τη συγκέντρωση τροφίμων και προμηθειών.
Από μέρους των χριστιανών, οι Σφακιανοί φρόντισαν για την αγορά οπλισμού, ενώ μέσα από διάφορες διαδικασίες, με κυριότερη τη συνέλευση στην Παναγία τη Θυμιανή, επιχείρησαν να προχωρήσουν στην ανάπτυξη μιας στοιχειώδους οργάνωσης, εξασφαλίζοντας τη συνεργασία χριστιανών και από τις άλλες περιοχές του νησιού. Ακόμα, αναζήτησαν εξωτερική βοήθεια, απευθυνόμενοι στην Ύδρα και τις Σπέτσες, ενώ έλαβαν ιδιαίτερη πρόνοια για τη σύσφιξη των δεσμών με τη Φιλική Εταιρία. Μέρος της προσπάθειας αυτής, αποτέλεσε το αίτημα προς τον Δημήτριο Υψηλάντη για την αποστολή ενός Γενικού Αρχηγού, εξασφαλίζοντας κατά τον τρόπο αυτό την τυπική αναγνώριση και ένταξη της Κρήτης στο επίσημο επαναστατικό στρατόπεδο.
Στα μέσα Μαΐου, παρά τις προσπάθειες της οθωμανικής διοίκησης, ο μουσουλμανικός όχλος συνέλαβε στην πόλη των Χανίων τον επίσκοπο Κισσάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκη και άλλα διακεκριμένα μέλη της χριστιανικής κοινότητας, τους οποίους εκτέλεσαν λίγες μέρες αργότερα. Τα νέα που μετέφεραν τις επόμενες εβδομάδες ο Χασάν Ρεΐτζης και λίγο αργότερα ο Γάλλος Βαλέστας πυροδότησαν ένα νέο κύμα επιθέσεων κατά των χριστιανών της πόλης, που σύντομα επεκτάθηκαν και στην ύπαιθρο. Το ίδιο συνέβη και μετά την πρώτη ήττα των μουσουλμάνων στο Λούλο Χανίων στις 14 Ιουνίου.
Τα γεγονότα των Χανίων πυροδότησαν αντίστοιχες αντιδράσεις και στο Ρέθυμνο. Στο Ηράκλειο, στις 23 Ιουνίου, οι ειδήσεις για τις σφαγές χριστιανών σε Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη ξεσήκωσαν τον όχλο, ο οποίος στράφηκε ενάντια στους χριστιανούς της πόλης, παρά τις προσπάθειες του Πασά του Χάνδακα να τους εμποδίσει. Ανάμεσα στα θύματα ήταν πολλά μέλη της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και ηγούμενοι μοναστηριών, οι οποίοι τυχαία είχαν συγκεντρωθεί εκείνη την ημέρα στην πόλη, προκειμένου να δηλώσουν την υποταγή τους στον Σουλτάνο. Αντίστοιχα περιστατικά σε μικρότερη ή μεγαλύτερη κλίμακα εντοπίζονται και σε άλλα σημεία του νησιού στα τέλη Ιουνίου, όπως στο Βενεράτο και στη Σητεία.
Εκτελέσεις ιερέων στο Ρέθυμνο την άνοιξη του 1821
Η τυπική έναρξη της επανάστασης στην Κρήτη τοποθετείται στις 14 Ιουνίου 1821, όταν στα Κεραμιά και το χωριό Λουλό, ένοπλοι Σφακιανοί μαζί και με άλλους χριστιανούς συγκρούστηκαν με μια ομάδα μουσουλμάνων από την πόλη των Χανίων. Τη νίκη των χριστιανών ακολούθησαν νέες συγκρούσεις, γεγονός που ανάγκασε τους μουσουλμάνους να καταφύγουν σε διάφορες οχυρές τοποθεσίες.
Ο Αποκόρωνας, η Κυδωνία, το νότιο Ρέθυμνο και το Σέλινο αποτέλεσαν το κύριο πεδίο των μαχών κατά το καλοκαίρι του 1821. Αψιμαχίες γίνονταν καθημερινά σε διάφορες περιοχές, ενώ στο Αμάρι οι επαναστάτες συγκρούστηκαν με τους Αμπαδιώτες μουσουλμάνους. Τον Ιούλιο του 1821 οι μουσουλμάνοι προχώρησαν σε γενική κινητοποίηση, επιχειρώντας επανειλημμένως να εισβάλλουν στα Σφακιά. Όλες οι προσπάθειες απέτυχαν, ωστόσο στα τέλη Ιουλίου μία ακόμα μεγάλη δύναμη εισέβαλε στον Αποκόρωνα και την Κυδωνία, φτάνοντας μέχρι τα Σφακιά στα τέλη Αυγούστου. Η περιοχή καταστράφηκε, όμως οι μουσουλμάνοι δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν κάποια δήλωση υποταγής. Υπό τον φόβο επιθέσεων από τους πολυάριθμους αντάρτες προτίμησαν να υποχωρήσουν στα Χανιά, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για την ανάκαμψη του αγώνα.
Ο Πύργος του Αλιδάκη στον Πρόσνερο, πρώτος στόχος των Σφακιανών
Παρά τη νίκη τους οι μουσουλμάνοι αδυνατούσαν να ελέγξουν αποτελεσματικά την κρητική ύπαιθρο, γεγονός που επέτρεψε την ανασυγκρότηση των επαναστατικών ομάδων. Κατά τη νέα περίοδο επισφραγίστηκε η ένταξη του νησιού στο πλαίσιο της ευρύτερης επανάστασης, δημιουργήθηκαν ορισμένες πολιτικές και στρατιωτικές δομές, ενώ οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές του νησιού.
Τον Δεκέμβριο του 1821 επιχειρείται η μετάδοση της επανάστασης στην επαρχία Σελίνου, χωρίς επιτυχία. Στις αρχές του 1822 οι επαναστάτες κινήθηκαν προς τη Μεσαρά και τον Μυλοπόταμο. Λίγους μήνες αργότερα, στα μέσα Απριλίου, επαναστάτες υπό τον Γάλλο αξιωματικό Joseph Balestra, επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν την πόλη του Ρεθύμνου. Παράλληλα πολυάριθμες μικρότερες συγκρούσεις διεξάγονταν παντού, κυρίως στην περιοχή των Χανίων. Την άφιξη των αιγυπτιακών δυνάμεων στα τέλη Μαΐου του 1822 ακολούθησαν νέες αντιπαραθέσεις. Στις αρχές Αυγούστου, οι μουσουλμάνοι επιτέθηκαν στα χωριά της Ρίζας, καταστρέφοντας το Θέρισο και τους Λάκκους. Αδυνατώντας όμως να προελάσουν προς τα Σφακιά, κινήθηκαν προς το Ρέθυμνο.
Η περιοχή των Λάκκων
Τον Σεπτέμβριο του 1822, οι αιγυπτιακές δυνάμεις επιχείρησαν να εισβάλουν στο οροπέδιο του Λασιθίου, αντιμετώπισαν όμως σημαντική αντίσταση στα χωριά της Πεδιάδας, οπότε και στράφηκαν στην περιοχή της Βιάννου. Ακολούθησε μια μεγάλη ήττα των επαναστατών στην Κριτσά, που οδήγησε στη λεηλασία του Μεραμβέλλου και του οροπεδίου του Λασιθίου. Στα δυτικά, οι επαναστάτες εισέβαλαν για άλλη μια φορά στην Κίσσαμο, καταφέρνοντας τον Μάιο του 1823 να καταλάβουν το Καστέλι Κισσάμου. Ακολούθησε η επίθεση στο Σέλινο και η πτώση της Κανδάνου.
Παρά την άφιξη στην Κρήτη ενός νέου Γενικού Αρχηγού, του Εμμανουήλ Τομπάζη, οι εσωτερικές έριδες δεν επέτρεψαν την αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων αιγυπτιακών δυνάμεων που έφτασαν τον Ιούνιο. Την ήττα στη μάχη της Αγίας Βαρβάρας τον Αύγουστο του 1823 ακολούθησε η γενική διάλυση, επιτρέποντας στους μουσουλμάνους να προχωρήσουν, φτάνοντας τον Απρίλιο στα Σφακιά. Χάνοντας για δεύτερη φορά το σημαντικότερο κέντρο της, η επανάσταση προοδευτικά έσβησε. Μια τελευταία απόπειρα, τον Δεκέμβριο του 1823, για την κατάληψη του φρουρίου της Γραμβούσας, απέτυχε, επισφραγίζοντας το οριστικό τέλος της πρώτης επαναστατικής περιόδου στην Κρήτη.
Φωτογραφία του Οροπεδίου του Λασιθίου
Το καλοκαίρι του 1825 σχεδιάστηκε από επαναστάτες που είχαν καταφύγει σε περιοχές εκτός Κρήτης μια νέα επιχείρηση για την κατάληψη της Γραμβούσας. Μετά από πολλές περιπέτειες, μια ομάδα κατάφερε να ξεγελάσει τη μικρή φρουρά του νησιού, να αποβιβαστεί στη Γραμβούσα και να καταλάβει αμαχητί το φρούριο. Κατά το ίδιο διάστημα μια δεύτερη ομάδα επιτέθηκε και κατέλαβε το οχυρό κάστρο της Κισσάμου. Χωρίς όμως τις αναγκαίες δυνάμεις, αναγκάστηκε σύντομα να το εγκαταλείψει.
Έχοντας πλέον υπό τον έλεγχό τους το φρούριο της Γραμβούσας, οι επαναστάτες επιχείρησαν να επεκτείνουν τη δράση τους και στο υπόλοιπο νησί. Ομάδες Κρητικών μαζί με δυνάμεις στρατολογημένες στην Πελοπόννησο και άλλες περιοχές, έφταναν συνεχώς στην Κρήτη. Όμως η ανάμνηση της πρόσφατης ήττας είχε κάνει διστακτικούς τόσο τους Ριζίτες όσο και τους Σφακιανούς. Η ήττα των επαναστατών τον Οκτώβριο του 1825 στη μάχη του Βαρύπετρου και λίγο αργότερα στο Τηγάνι, κοντά στη Γραμβούσα, σήμανε το τέλος της νέας αυτής προσπάθειας. Σύντομα πολλοί εγκατέλειψαν το νησί και μαζί την προσπάθεια για νέα επαναστατική κινητοποίηση.
Γκραβούρα με την εικόνα της Γραμβούσας από την περιοχή του Μπάλου
Υπό την πίεση των διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό του ελληνικού κράτους, το φθινόπωρο του 1827 οργανώθηκε μια νέα εκστρατεία, αυτή τη φορά στην ανατολική Κρήτη, στην περιοχή του Μεραμβέλλου. Μια σημαντική δύναμη 1.500 ανδρών αποβιβάστηκε στην περιοχή του Αγίου Νικολάου υπό την αρχηγία του Ιωάννη Χάλη, καταφέρνοντας σε σύντομο χρόνο να θέσει το μεγαλύτερο μέρος της ενδοχώρας υπό τον έλεγχό της. Σύντομα έφτασαν ενισχύσεις και παράλληλα υπήρξε πρόνοια για τη στρατολόγηση και αποστολή στην Κρήτη ενός μικρού σώματος ιππικού υπό τον Χατζή Μιχάλη Ταλιάνη ή Νταλιάνη.
Όμως, η άφιξη νέων οπλαρχηγών με τις δυνάμεις τους προκάλεσε αντιπαραθέσεις για το ζήτημα της αρχηγίας, όπως και για τη διανομή των πλούσιων λαφύρων της περιοχής. Το αποτέλεσμα ήταν η αποδιοργάνωση των επαναστατών, γεγονός που συνέβαλε στην ήττα τους στη μάχη του Μοχού τον Δεκέμβριο του 1827. Η μαζική αποχώρηση των επαναστατών από την περιοχή άνοιξε τον δρόμο για την αποκατάσταση της μουσουλμανικής εξουσίας στο Μεραμβέλλο, τερματίζοντας την προσπάθεια αναζωπύρωσης της επανάστασης στην Ανατολική Κρήτη.
Στρατιωτικό δίπλωμα του αρχιστράτηγου R.Church προς τον χιλίαρχο Γεώργιο Τσουδερό με διαταγή να κινηθεί κατά των μουσουλμάνων. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Στρατολογημένο για τις ανάγκες της εκστρατείας στο Μεραμβέλλο, το σώμα ιππικού του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνη ή Νταλιάνη έφτασε στη Γραμβούσα στις αρχές του 1828, όταν πλέον η όλη επιχείρηση είχε αποτύχει. Λόγω του αποκλεισμού των ευρωπαϊκών δυνάμεων, το σώμα αυτό παρέμεινε στη Γραμβούσα μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου, οπότε και μεταφέρθηκε στα Σφακιά.
Για την καλύτερη αξιοποίηση του ιππικού, προτάθηκε τον Μάρτιο η τοποθέτησή του στη μικρή πεδιάδα του Φραγκοκάστελλου. Ο Ταλιάνης συμφώνησε. Όταν όμως οι μουσουλμάνοι κινήθηκαν εναντίον του, αρνήθηκε να ακολουθήσει το σχέδιο που του πρότειναν οι τοπικοί οπλαρχηγοί, επιλέγοντας να δώσει μάχη κατά μέτωπο. Στη σύγκρουση που ακολούθησε, ο Ταλιάνης σκοτώθηκε και οι περισσότεροι επαναστάτες αποκλείστηκαν στο παλιό Βενετικό οχυρό που δέσποζε στην πεδιάδα. Ο φόβος απέναντι στο ενδεχόμενο μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης οδήγησε λίγες μέρες αργότερα τους μουσουλμάνους να αποδεχθούν μία συμφωνία που προέβλεπε την αποχώρηση όσων επαναστατών είχαν επιβιώσει. Ωστόσο, κατά την υποχώρηση του μουσουλμανικού στρατού προς το Ρέθυμνο, τόσο οι Σφακιανοί όσο και άλλες ομάδες τον κατεδίωξαν, προκαλώντας του σημαντικές απώλειες.
Οι σημαντικές απώλειες των μουσουλμάνων στο Φραγκοκάστελλο, έδωσαν το έναυσμα για την επανέναρξη της επανάστασης στην Κρήτη. Ένα πρόσθετο κίνητρο κατά την ίδια περίοδο αποτέλεσε η πεποίθηση ότι το νησί έπρεπε να βρίσκεται σε επαναστατική κατάσταση, με την ελπίδα ότι τότε θα αποτελούσε τμήμα του υπό ίδρυση ελληνικού κράτους. Οι επαναστάτες κατέλαβαν και πάλι τις θέσεις τους στον Αποκόρωνα, αποκλείοντας τα Χανιά και δίνοντας μάχες σε όλη την περιοχή.
Σύντομα ανάγκασαν τους μουσουλμάνους να καταφύγουν στα φρούρια και τις οχυρώσεις τους, θέτοντας υπό τον έλεγχό τους το σύνολο σχεδόν της υπαίθρου, με μόνη εξαίρεση τη Σητεία. Η σημαντικότερη ενέργειά τους ήταν ο διορισμός σε κάθε επαρχία ειδικών επιτροπών, που θα αναλάμβαναν τοπικά το σύνολο της οργάνωσης και εποπτείας του αγώνα. Ανάμεσα στις συγκρούσεις της περιόδου, ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί τον Αύγουστο του 1828 ο θάνατος του μουσουλμάνου αρχηγού Αγριολίδη σε ενέδρα που οργάνωσε ο Νικόλαος Μαλικούτης, γεγονός που προκάλεσε αντίποινα ενάντια στους χριστιανούς του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου και οδήγησε αργότερα στη βίαιη εκτέλεση του ίδιου του Μαλικούτη από τους μουσουλμάνους.
Νικόλαος Μαλικούτης (1782-1830), οπλαρχηγός από τα Βορίζα Καινουρίου Ηρακλείου. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Απομονωμένη στο ανατολικότερο άκρο του νησιού και κατοικημένη κυρίως από μουσουλμάνους, η Σητεία είχε μείνει σε μεγάλο βαθμό μακριά από τα επαναστατικά γεγονότα. Στα τέλη του 1828, παρά τις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές και τις αντιρρήσεις του αντιπροσώπου του Κυβερνήτη, Friedrich Edward Rheineck, μια ισχυρή δύναμη επαναστατών εισέβαλε στην περιοχή. Σημαντικές μάχες δόθηκαν γύρω από τους οχυρούς πύργους που βρίσκονταν στις Λιθίνες και στην Ετία ή Ετιά, όπου είχαν κλειστεί ένοπλοι και άμαχοι μουσουλμάνοι. Αρκετοί μουσουλμάνοι που είχαν καταφύγει στη μονή Τοπλού παραδόθηκαν χωρίς μάχη, με τη συμφωνία να μεταφερθούν με ασφάλεια στα παράλια, όπου πλοία από την Κάσο τους μετέφεραν στη Ρόδο, στη Χάλκη και στη Μικρά Ασία.
Παρά τη νίκη τους, οι περισσότεροι από τους επαναστάτες σύντομα εγκατέλειψαν τη Σητεία, γυρνώντας στις περιοχές τους. Μετά την αποχώρησή τους, μουσουλμάνοι που είχαν καταφύγει στην Ιεράπετρα και τη Σπιναλόγκα, μαζί με σημαντικές ενισχύσεις από τον Χάνδακα αντεπιτέθηκαν και ανακατέλαβαν όλη τη Σητεία, εκδιώκοντας όσες επαναστατικές δυνάμεις είχαν μείνει στη περιοχή.
Ήδη από το καλοκαίρι του 1828 οι επαναστάτες είχαν αναγκάσει τους μουσουλμάνους να καταφύγουν στα φρούρια και τις οχυρωμένες περιοχές, θέτοντας υπό τον έλεγχό τους το σύνολο σχεδόν της υπαίθρου, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο στόλος των Μεγάλων Δυνάμεων απέκλεισε το νησί πιέζοντας τις δύο πλευρές να προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις. Παρά τις προσπάθειες για ειρήνευση, οι αψιμαχίες συνεχίστηκαν το επόμενο διάστημα σε όλο το νησί, με αποκορύφωμα την ανεπιτυχή προσπάθεια των επαναστατών υπό τον αντιπρόσωπο του Καποδίστρια, John (Johann) Hane, να καταλάβουν κάποια μεγάλη πόλη, επιτιθέμενοι τον Μάρτιο του 1829 στα Χανιά και τον Ιούνιο στο Ρέθυμνο.
Τον Φεβρουάριο του 1830, βάσει του πρωτοκόλλου που υπεγράφη στο Λονδίνο, αποφασίστηκε οριστικά ότι η Κρήτη δεν θα αποτελούσε μέρος του υπό ίδρυση ελληνικού κράτους. Ορισμένες τελευταίες προσπάθειες, όπως και τα διαδοχικά διαβήματα των χριστιανών του νησιού προς τις ευρωπαϊκές αυλές, δεν απέδωσαν κάποιο αποτέλεσμα. Στα τέλη του 1830, ο μουσουλμανικός στρατός άρχισε σταδιακά να ανακαταλαμβάνει την κρητική ύπαιθρο, αποκαθιστώντας την εξουσία του και δίνοντας οριστικά τέλος στην επανάσταση που είχε ξεκινήσει πριν από σχεδόν δέκα χρόνια.
Σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της επανάστασης στην Κρήτη είχε η στρατιωτική βοήθεια που προσέφερε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ο Μεχμέτ Αλί, Βαλής της Αιγύπτου. Μετά το τέλος της επανάστασης και σε αναγνώριση των υπηρεσιών του, ο Σουλτάνος του παραχώρησε τη διοίκηση του νησιού. Στόχος της πολιτικής που εφάρμοσε, ήταν η μετατροπή του σε μια προσοδοφόρο επαρχία, από την οποία θα αποκόμιζε αξιόλογα φορολογικά έσοδα. Βασική προϋπόθεση ως προς τον στόχο αυτό αποτελούσε η αποκατάσταση του πληθυσμού, εξασφαλίζοντας το αναγκαίο εργατικό δυναμικό για την ανάκαμψη της αγροτικής παραγωγής και κατ’ επέκταση του εμπορίου.
Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική του Μεχμέτ Αλί βασίστηκε στην ειρήνευση του νησιού, μέσω της καθιέρωσης μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας και του στρατιωτικού ελέγχου της ενδοχώρας, στη δημιουργία ενός δικαστικού συστήματος και στην καθιέρωση ορισμένων νέων διοικητικών και αντιπροσωπευτικών θεσμών. Εξίσου σημαντική παράμετρο αποτέλεσε και η αποκατάσταση των βασικών παραγωγικών, συγκοινωνιακών και άλλων υποδομών, δίνοντας έμφαση στα κατεστραμμένα ελαιοτριβεία, στην επισκευή δρόμων και λιμανιών.
Μεχμέτ Αλί, διοικητής και χεβίδης της Αιγύπτου στις αρχές του 19ου αιώνα
Παρά την επίσημη πολιτική περί ισονομίας και ειρήνευσης, το διοικητικό πλαίσιο που εισήγαγε ο Μεχμέτ Αλί στην Κρήτη δεν ικανοποιούσε τις προσδοκίες που είχαν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Ακόμα μεγαλύτερη αντίδραση προκάλεσε η διαρκής πίεση για την αύξηση των κρατικών εσόδων, είτε έμμεσα μέσω της επιβολής μονοπωλίων και του ελέγχου των παραγωγικών υποδομών, όπως λ.χ. τα ελαιοτριβεία, είτε άμεσα μέσω της επιβολής υψηλών φόρων στο εμπόριο και στην παραγωγή.
Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών υπήρξε η άοπλη συγκέντρωση το φθινόπωρο του 1833, σχεδόν 7.000 χριστιανών και μουσουλμάνων στο χωριό Μουρνιές στην περιοχή των Χανίων, με σκοπό να διαμαρτυρηθούν και να υποβάλουν υπόμνημα στους προξένους. Η αιγυπτιακή διοίκηση αντιμετώπισε βίαια το γεγονός, διαλύοντας τους συγκεντρωμένους, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας τα πρόσωπα που θεωρήθηκαν πρωτεργάτες. Οι διώξεις και οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες μεσώ της αποστολής στρατιωτικών δυνάμεων στον Αποκόρωνα, στο Ρέθυμνο, στα Σφακιά και αλλού, ενώ πρόνοια υπήρξε για την αποστολή στρατιωτικών ενισχύσεων στο νησί, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτροπή κάθε πιθανού επαναστατικού κινήματος.
Μετά την ήττα του στον πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Μεχμέτ Αλί αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη. Στο πλαίσιο της παραπάνω συγκυρίας, χριστιανοί με καταγωγή από την Κρήτη που είχαν καταφύγει στην Αθήνα και στο Ναύπλιο συνέστησαν στα τέλη του 1840 μια Επιτροπή υπό τον τίτλο Κρητών Πολιτεία. Μια αντίστοιχη επιτροπή συστάθηκε και στη Σύρο. Με τη βοήθεια των οργανώσεων αυτών σχηματίστηκαν διάφορες ομάδες εντός της Κρήτης, οι οποίες τον Απρίλιο του 1841 στο χωριό Βαφέ διακήρυξαν επίσημα το αίτημά τους για την ένταξη του νησιού στο ελληνικό κράτος, ορίζοντας ως αρχηγό τον Αριστείδη Χαιρέτη. Ωστόσο, η άμεση παρέμβαση του Μουσταφά Πασά, διοικητή του νησιού, και οι συγκρούσεις που ακολούθησαν στον Αποκόρωνα και την περιοχή της Πεδιάδας, οδήγησαν στην κατάπνιξη της εξέγερσης.
Η επιστροφή της Κρήτης στο πλαίσιο της οθωμανικής κυριαρχίας δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστικές μεταβολές στο διοικητικό και δικαστικό σύστημα που είχε καθιερωθεί τα προηγούμενα χρόνια, ενώ διατηρήθηκαν και ορισμένες αντιπροσωπευτικές δομές, όπως τα τοπικά συμβούλια. Γενικός Διοικητής του νησιού παρέμεινε ο Μουσταφά Πασάς μαζί με τους δημοσίους υπαλλήλους και τη στρατιωτική του φρουρά.
Πρόσκληση των επαναστατών σε διαπραγματεύσεις με Οθωμανικές και Ευρωπαϊκές δυνάμεις στη Σούδα (5 Μαΐου 1841). © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Το φθινόπωρο του 1855 η διοίκηση της Κρήτης ανατέθηκε στον Βελή Πασά, γιο του Μουσταφά Πασά. Τόσο η μόρφωση όσο και η εμπειρία του από την Ευρώπη είχαν δημιουργήσει ιδιαίτερες προσδοκίες στον τοπικό πληθυσμό. Σύντομα, ωστόσο, αποδείχθηκε ότι οι σχεδιασμοί του δεν μπορούσαν να γίνουν εύκολα αποδεκτοί. Η επιβολή νέων φορολογικών και άλλων υποχρεώσεων, η προσπάθεια εφαρμογής στην Κρήτη των όρων του Χάττι Χουμαγιούν κ.ά., είχαν ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα της εξέγερσης του 1858.
Σταδιακά και μέχρι τον Μάιο, σχεδόν 6.000 ένοπλοι συγκεντρώθηκαν στην περιοχή της Μπουτσουνάριας, στο χωριό Περιβόλια κοντά στην πόλη των Χανίων, χωρίς να προκαλέσουν εντάσεις. Αντίστοιχες κινητοποιήσεις υπήρξαν και στις ανατολικές περιοχές. Λόγω του κεντρικού ρόλου που είχε ο καταγόμενος από τους Λάκκους Κυδωνίας Εμμανουήλ Σταμ. Μαυρογένης, το γεγονός έμεινε γνωστό ως εξέγερση του Μαυρογένη. Ακολούθησαν παρεμβάσεις μέσω των προξένων και διαπραγματεύσεις που οδήγησαν το επόμενο διάστημα στην αποστολή ειδικής αντιπροσωπίας με σκοπό την εξασφάλιση συμβιβαστικής λύσης, την υπογραφή μιας ειδικής συμφωνίας και την εκδίωξη του Βελή Πασά από τη θέση του Γενικού Διοικητή.
Εμμ. Μαυρογένης, αρχηγός της εξέγερσης 1858
Το 1861 οι κάτοικοι της Νεάπολης της επαρχίας Μεραμβέλλου, ενθαρρυμένοι από τη θετική στάση του νέου Οθωμανού διοικητή, Ισμαήλ Χεκίμ Πασά, και με την υποστήριξη ορισμένων μορφωμένων νέων, εξασφάλισαν την αξιοποίηση των εσόδων της τοπικής μοναστηριακής περιουσίας με σκοπό την ενίσχυση της εκπαίδευσης. Ωστόσο κατά την ίδια περίοδο ζητήθηκε η εφαρμογή στην Κρήτη του Γενικού Κανονισμού, του νέου καταστατικού πλαισίου λειτουργίας της ορθόδοξης εκκλησίας, που εναπόθετε τη διαχείριση της μοναστηριακής περιουσίας στους ηγουμένους και τα μοναστηριακά συμβούλια, υπό την εποπτεία των επισκόπων και της Δημογεροντίας κάθε περιοχής.
Τον Νοέμβριο του 1864, και ενώ ακόμα το μοναστηριακό ζήτημα βρισκόταν υπό διαπραγμάτευση, η Δημογεροντία Ηρακλείου προχώρησε στην αφαίρεση του ελέγχου της μοναστηριακής περιουσίας από τις επαρχιακές επιτροπές. Ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα η εκλογή νέας Δημογεροντίας. Η καθαίρεση στο πλαίσιο των σχετικών διαδικασιών του εκλεγμένου Στέφανου Νικολαΐδη, υποστηρικτή των επαρχιακών επιτροπών, και ο διορισμός από τον Ισμαήλ Πασά του Γ. Καστρινογιαννάκη, που ανήκε στην αντίπαλη παράταξη, θεωρήθηκε κατάφωρη παράβαση της συμφωνίας του 1858. Οι αντιδράσεις που προκάλεσε, αποτέλεσαν το εφαλτήριο για το ξέσπασμα της επανάστασης του 1866.
Στις αρχές του 1866, λόγω του μοναστηριακού ζητήματος αλλά και των ευρύτερων διοικητικών και φορολογικών παρεμβάσεων, η χριστιανική κοινότητα της Κρήτης βρισκόταν σε αναβρασμό. Παρά την ισχυρή αντίδραση του Γενικού Διοικητή, Ισμαήλ Πασά, οι χριστιανοί κατάφεραν στα μέσα Μαΐου να οργανώσουν γενική συνέλευση με τη συμμετοχή αντιπροσώπων από όλες τις επαρχίες, προχωρώντας στη σύνταξη ενός αναλυτικού υπομνήματος με δέκα αιτήματα προς τον Σουλτάνο.
Σημαντικό εμπόδιο στην προοπτική μιας άμεσης εξέγερσης την άνοιξη του 1866 αποτελούσε η απουσία ουσιαστικής υποστήριξης από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, καθώς και από το ελληνικό κράτος. Σκοπός άλλωστε των χριστιανών έως και την έσχατη στιγμή ήταν να αποδείξουν ότι δεν επιδίωκαν την ένοπλη σύγκρουση αλλά τη διαπραγμάτευση με την οθωμανική εξουσία. Η αποστολή των πρώτων εφοδίων έγινε μόλις στις αρχές Αυγούστου του 1866. Κεντρικό ρόλο στη διαδικασία αυτή είχαν ιδιωτικές επιτροπές που συστάθηκαν σε διάφορες πόλεις του ελληνικού κράτους. Τον συντονισμό τους, όπως και τη συνολική διαχείριση του ζητήματος της τροφοδοσίας των επαναστατών, είχε αναλάβει η Επιτροπή υπέρ των Κρητών, που ιδρύθηκε το 1866 στην Αθήνα και αργότερα μετονομάστηκε σε Κεντρική υπέρ των Κρητών Επιτροπή.
Σφραγίδα που στην κύρια όψη φέρει εγχάρακτη ελληνική σημαία σε ιστό και από κάτω τη χρονολογία: 1866. Περιμετρικά εγχάρακτη ελληνική επιγραφή: Χ. Ν. ΤΟΥΤΟΥΝΖΑΚΗΣ ΑΡΧΗΓΟΣ ΠΕΔΙΑΔΟΣ 1866. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Υπό τον φόβο μιας ενδεχόμενης εξέγερσης, η οθωμανική διοίκηση φρόντισε κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1866 να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνάμεις. Ορόσημο για την έναρξη των συγκρούσεων αποτέλεσε η οριστική απόρριψη των αιτημάτων που είχαν υποβληθεί από τους χριστιανούς στον Σουλτάνο στις αρχές Ιουλίου. Παράλληλα ζητήθηκε η διάλυση της επιτροπής που είχε συντάξει το σχετικό υπόμνημα, υπό την απειλή της βίαιης σύλληψης των μελών της. Ένοπλες συγκρούσεις ακολούθησαν στον Αποκόρωνα και το Σέλινο, με αποκορύφωμα την επιτυχημένη πολιορκία από τους χριστιανούς του οθωμανικού στρατοπέδου στις Βρύσες. Στα τέλη Αυγούστου, νέος διοικητής Κρήτης διορίστηκε ο Μουσταφά Πασάς.
Αρχικά επιδίωξε κάποια ειρηνική λύση, ωστόσο οι προτάσεις του απορρίφθηκαν. Χάρη στις ενισχύσεις που έλαβε και τον ναυτικό αποκλεισμό του νησιού, ο Μουσταφά κατάφερε μέχρι τον Οκτώβριο να ελέγξει σε σημαντικό βαθμό τη δυτική Κρήτη. Θεωρώντας εξασφαλισμένη την περιοχή των Χανίων, κινήθηκε ανατολικά. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η πολιορκία και η καταστροφή του επαναστατικού κέντρου της Μονής Αρκαδίου. Κατά την ίδια περίοδο οι επαναστάτες γνώρισαν σημαντικές ήττες στην περιοχή της Πεδιάδας και στο Καστέλι Κισάμου.
Επιστολή της επιτροπής του Τμήματος Ρεθύμνου προς τον κ. Νικόλαο Σταματάκη με χρονολογία 8 Σεπτεμβρίου 1866 από την Ιερά Μονή Αρκαδίου. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Λόγω της κομβικής της θέσης επί της κύριας διαδρομής ανάμεσα στις επαρχίες Μυλοποτάμου, Αμαρίου και Ρεθύμνου, η Μονή Αρκαδίου αποτελούσε σημείο συγκέντρωσης των επαναστατών αλλά και αντικείμενο διεκδίκησης ανάμεσα στους αντιμαχόμενους. Κατά την έναρξη της επανάστασης του 1866, στο Αρκάδι κατέφυγαν άμαχοι από τις γύρω περιοχές. Όταν στα τέλη Οκτωβρίου 1866 φάνηκε ότι ο Μουσταφά Πασάς είχε σκοπό να επιτεθεί, ο γενικός αρχηγός Ρεθύμνου, Πάνος Κορωναίος, απαίτησε την απομάκρυνση των αμάχων, ενώ επιχείρησε να οργανώσει την άμυνα καταλαμβάνοντας τα περάσματα που οδηγούσαν στη Μονή.
Ωστόσο ο χριστιανικός πληθυσμός δεν ανταποκρίθηκε έγκαιρα στις εκκλήσεις του, με αποτέλεσμα οι διαθέσιμες δυνάμεις να μην επαρκούν για την άμυνα της περιοχής. Στις 5 Νοεμβρίου, ο οθωμανικός στρατός κατέλαβε όλες τις καίριες θέσεις, περικυκλώνοντας τη Μονή. Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν τρείς μέρες μετά, χωρίς να συγκεντρωθούν και πάλι επαρκείς δυνάμεις, παρά τις προσπάθειες του Κορωναίου, για να σπάσουν την πολιορκία. Στις 9 Νοεμβρίου, αφού ενίσχυσαν το πυροβολικό τους, οι Οθωμανοί κατάφεραν να δημιουργήσουν ρήγμα και εισέβαλαν στον οχυρωμένο περίβολο. Ακολούθησε η ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης της Μονής, σκοτώνοντας όσους αμάχους είχαν καταφύγει εκεί και μαζί ένοπλους, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Το γεγονός αυτό προβλήθηκε έντονα από τον ελληνικό και ευρωπαϊκό τύπο, δημιουργώντας ένα ισχυρό ρεύμα υπέρ της επανάστασης.
Τον Φλεβάρη του 1867 σχηματίζεται στην Αγία Ρουμέλη η τετραμελής Προσωρινή Επαναστατική Κυβέρνηση Κρήτης. Παράλληλα η αρχηγία των Χανίων ανατέθηκε στον Ιωάννη Ζυμβρακάκη, του Ρεθύμνου στον Πάνο Κορωναίο και της ανατολικής Κρήτης στον παλαίμαχο Μιχαήλ Κόρακα. Έναν μήνα νωρίτερα ο Μουσταφά Πασάς επιχείρησε να καταδιώξει όσους επαναστάτες παρέμεναν στην ευρύτερη περιοχή των Σφακίων, προκαλώντας την εκ νέου κινητοποίηση των Σφακιανών.
Οι αποτυχίες που ακολούθησαν οδήγησαν στην αντικατάστασή του από τον Ομέρ Πασά. Ο νέος διοικητής προσπάθησε αρχικά να ελέγξει τις βόρειες παρυφές των Λευκών Ορέων, χωρίς να το καταφέρει. Στη συνέχεια κινήθηκε ανατολικά, φτάνοντας στο Καστέλι Πεδιάδος στα μέσα Μαΐου, απ’ όπου εισέβαλε στο οροπέδιο Λασιθίου. Επόμενος στόχος του υπήρξαν για άλλη μια φορά τα Σφακιά. Ο οθωμανικός στρατός κινήθηκε παραλιακά από το Φραγκοκάστελλο και μέσω των ορεινών περασμάτων του Καλλικράτη και του Ασκύφου. Οι συγκρούσεις διήρκησαν μέχρι τις αρχές Αυγούστου, επιτρέποντας στον Ομέρ Πασά να θέσει υπό τον έλεγχό του τις παραλιακές περιοχές των Σφακίων και του Εμπρόσνερου. Δεν κατάφερε ωστόσο να εξασφαλίσει την οριστική ήττα των επαναστατών.
Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913), ταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού και αρχηγός του Τμήματος Χανίων στην Κρητική Επανάσταση του 1866. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Στα τέλη του 1867, ο οθωμανικός στρατός, παρά τα μέσα που διέθετε, αδυνατούσε να ελέγξει θέσεις που βρίσκονταν μακριά από τα κύρια στρατόπεδα και τις οχυρωμένες πόλεις. Χωρίς τη δυνατότητα αυτή ήταν αδύνατο να εμποδιστούν οι διαρκείς μετακινήσεις των ενόπλων ομάδων, όπως και η μεταφορά δια θαλάσσης πολεμοφοδίων και ενισχύσεων για τους επαναστάτες. Από τα τέλη του 1867, η οθωμανική διοίκηση επέλεξε μια διαφορετική στρατηγική, βασισμένη στην κατασκευή ενός εκτεταμένου δικτύου μικρών οχυρωμένων φυλακίων (κουλέδες), παράλληλα με τη δημιουργία ενός στοιχειώδους αλλά εκτεταμένου οδικού δικτύου.
Περισσότερα από 150 φυλάκια κατασκευάστηκαν σε συγκεκριμένα σημεία και περάσματα ή παραλιακές περιοχές, χωρίζοντας το νησί σε τέσσερεις μεγάλες ζώνες. Μέσω του οδικού δικτύου, οι κουλέδες συνδέονταν με μεγαλύτερα φυλάκια και στρατόπεδα, εξασφαλίζοντας τη δυνατότητα άμεσης ενίσχυσης. Τα προβλήματα που δημιούργησε η κατασκευή των κουλέδων αποτυπώνονται στις πηγές, καθώς από το 1867 και έπειτα το μεγαλύτερο μέρος της δράσης των επαναστατών αφορούσε επιθέσεις σε φυλάκια. Με το τέλος της επανάστασης, οι περισσότεροι από τους κουλέδες εγκαταλείφθηκαν και περιέπεσαν σε αχρηστία με αποτέλεσμα να καταστραφούν ή να λεηλατηθούν από τους κατοίκους των γύρω περιοχών, προκειμένου τα υλικά τους να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή άλλων κτιρίων.
Ο κουλές των Σφακίων. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Οι πρώτες επιχειρήσεις με σκοπό την ανάπτυξη ενός δικτύου ελέγχου της ενδοχώρας ξεκίνησαν στα μέσα Νοεμβρίου 1867 και αφορούσαν την περιοχή βόρεια των Λευκών Ορέων. Οι Λάκκοι κατελήφθησαν άμεσα, για να ακολουθήσουν το Θέρισο λίγους μήνες αργότερα και ο Ομαλός το καλοκαίρι το 1868. Στην συνέχεια οι Οθωμανοί προσπάθησαν να ελέγξουν τον Αποκόρωνα και τις διαδρομές προς το Σέλινο και την Κίσσαμο.
Στα ανατολικά, οι συνεχείς επιθέσεις σε διάφορες περιοχές, οι επιδρομές και οι αντεκδικήσεις γύρω από την πόλη του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου υποδεικνύουν τη δυσκολία ελέγχου της ενδοχώρας από τους Οθωμανούς. Το 1868 στην περιοχή του Ηρακλείου, οι περισσότερες συγκρούσεις εντοπίζονται στην ευρύτερη περιοχή γύρω από την πόλη, όπως και νοτιότερα, στη ζώνη που σχημάτιζαν τα χωριά Άγιος Μύρωνας, Αγία Βαρβάρα και Τυμπάκι. Αξιόλογες επιθέσεις καταγράφονται και στην Πεδιάδα, μέχρι και την παραλιακή περιοχή των Γουβών. Στις αρχές του 1868, οι επαναστάτες της ανατολικής Κρήτης κατάφεραν να εξαναγκάσουν τον οθωμανικό στρατό σε υποχώρηση προς το Ηράκλειο. Ωστόσο, τον Ιούλιο, μια ισχυρή δύναμη Οθωμανών εγκαταστάθηκε στα Μάλια, επιτυγχάνοντας τον περιορισμό της επαναστατικής δραστηριότητας.
Νικόλαος Θιακάκης, Αρχηγός Μαλεβυζίου και Εθελοντικών Σωμάτων κατά την Επανάσταση του 1866. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Στα τέλη του 1867, η συντριπτική ισχύς του οθωμανικού στρατού, ο επιτυχής αποκλεισμός του νησιού, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη του οδικού δικτύου και των κουλέδων, περιόρισαν σε σημαντικό βαθμό τις δυνατότητες εφοδιασμού και μετακίνησης των επαναστατών εντός του νησιού. Αποκορύφωμα υπήρξε η καταδίωξη του ατμόπλοιου Ένωση μέχρι το λιμάνι της Σύρου τον Δεκέμβριο του 1868, όπως και η διάλυση της Προσωρινής Κυβέρνησης μετά από αιφνιδιαστική επίθεση στο χωριό Γωνιά του Ρεθύμνου, όπου είχε καταφύγει.
Ωστόσο οι μεγαλύτερες δυσκολίες προήλθαν από το διπλωματικό πεδίο. Υπό την απειλή μιας γενικευμένης σύρραξης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι δύο πλευρές συμμετείχαν στη διεθνή διάσκεψη που οργανώθηκε στα τέλη Δεκεμβρίου του 1868 στο Παρίσι. Αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ήταν η συνολική εγκατάλειψη από το ελληνικό κράτος κάθε προσπάθειας για την υποστήριξη των επαναστατών. Χωρίς εξωτερική βοήθεια, η συνέχιση του αγώνα ήταν πρακτικά αδύνατη. Στα μέσα Ιανουαρίου 1869, η οθωμανική διοίκηση κάλεσε για ακόμα μια φορά τους χριστιανούς να παραδοθούν, παρέχοντας αμνηστία. Η συγκεκριμένη κίνηση προκάλεσε διχογνωμία ανάμεσα στους εναπομείναντες επαναστάτες, καθώς πολλοί οπλαρχηγοί επέλεξαν τη συνθηκολόγηση. Το αποτέλεσμα ήταν η αποδυνάμωσή τους και η οριστική λήξη της επανάστασης του 1866 στην Κρήτη.
Διάφοροι κρητικοί οπλαρχηγοί κατά το 1869. ω
Κατά τον δεύτερο χρόνο της επανάστασης του 1866, η οθωμανική κυβέρνηση αποφάσισε την εισαγωγή ενός νέου διοικητικού συστήματος στην Κρήτη, βασισμένου στον Νόμο των Βιλαετίων. Έχοντας ως κύριο στόχο την αποτροπή των εξεγέρσεων, το συγκεκριμένο σύστημα προέβλεπε την καθιέρωση αυτοδιοίκησης με διευρυμένη συμμετοχή των τοπικών εθνοτικών ομάδων. Η ύστατη αυτή παραχώρηση έγινε υπό την πίεση των ευρωπαϊκών δυνάμεων και βάσει της προσδοκίας ότι θα εξασφάλιζε τη μακροπρόθεσμη ειρήνευση του νησιού.
Το φθινόπωρο του 1867 η γενική δομή του νέου συστήματος είχε ήδη διαμορφωθεί και εγκριθεί από την οθωμανική κυβέρνηση, ενώ η εφαρμογή του σε τοπικό επίπεδο ανατέθηκε στον Μεγάλο Βεζίρη Ααλή. Το οριστικό τέλος της επανάστασης στις αρχές του 1869 δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη διεξαγωγή εκλογών με σκοπό τον σχηματισμό της Γενικής Συνέλευσης. Ωστόσο, ήδη από τα πρώτα χρόνια, εντοπίστηκαν σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία της. Στις εκλογές του 1870, για παράδειγμα, απαγορεύτηκε η συμμετοχή όσων είχαν λάβει μέρος στην επανάσταση. Το 1872 ο Γενικός Διοικητής διέκοψε τις εργασίες, όπως αντίστοιχα συνέβη το 1873 και το 1875, υποστηρίζοντας ότι είχαν τεθεί ζητήματα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αντιπαραθέσεις.
Ήδη από τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του Οργανικού Νόμου, οι αντιπρόσωποι της χριστιανικής κοινότητας έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν για την πλημμελή τήρηση των συμφωνηθέντων από μέρους της οθωμανικής διοίκησης. Μετά από πολλές αποτυχημένες απόπειρες, μια νέα εξέγερση θα ξεσπάσει στις αρχές του 1877, στο πλαίσιο του Ρωσο-Οθωμανικού πολέμου. Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1878. Το μεγαλύτερο μέρος του νησιού σύντομα βρέθηκε υπό τον έλεγχο των χριστιανών, ωστόσο, μετά τη νίκη της Ρωσίας και με παρέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, αποφασίστηκε η επιβολή ανακωχής και η παραπομπή του ζητήματος στο επικείμενο Συνέδριο του Βερολίνου.
Απορρίπτοντας το διαρκές αίτημα για την παραχώρηση της Κρήτης στην Ελλάδα, το Συνέδριο του Βερολίνου περιορίστηκε στην έκδοση, το καλοκαίρι του 1878, ειδικού πρωτοκόλλου για την πλήρη εφαρμογή του Οργανικού Νόμου στην Κρήτη, μαζί με ορισμένες τροποποιήσεις υπέρ της χριστιανικής κοινότητας. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις διήρκησαν μέχρι τον Οκτώβριο, οδηγώντας στη σύνταξη ενός κειμένου που ονομάστηκε Σύμβαση της Χαλέπας, λόγω της υπογραφής του στο ομώνυμο προάστιο των Χανίων.
Η μετατροπή της Γενικής Συνέλευσης, στο πλαίσιο των όρων της Σύμβασης της Χαλέπας, σε ένα πολιτικά ισχυρό αντιπροσωπευτικό σώμα, που θα μπορούσε να λαμβάνει ουσιαστικές αποφάσεις για τα τοπικά ζητήματα, αποτέλεσε καταλύτη για τη μετακίνηση των τοπικών αντιπαραθέσεων από το εθνο-θρησκευτικό στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1885 ήταν σαφής πλέον η διαμόρφωση δύο βασικών κομμάτων, των Φιλελευθέρων ή Ριζοσπαστών, υπό τον τίτλο Ξυπόλητοι και των Συντηρητικών και Μετριοπαθών, υπό τον τίτλο Καραβανάδες.
Στις αρχές του 1889 η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο παρατάξεις είχε κορυφωθεί. Μετά τη συντριπτική τους ήττα στις εκλογές του Μαρτίου του 1889, ορισμένα μέλη των Συντηρητικών δημοσιοποίησαν τον Μάιο ψήφισμα, όπου δήλωναν την άρνησή τους να συμμετάσχουν στη νέα Συνέλευση, ενώ σε δεύτερο χρόνο διακήρυξαν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε λόγω και της άρνησης του Σουλτάνου να ικανοποιήσει διάφορα οικονομικά και φορολογικά αιτήματα. Καθώς οι βιαιοπραγίες ανάμεσα στις δύο κοινότητες εντείνονταν, η οθωμανική κυβέρνηση προχώρησε στην επιβολή στρατιωτικού νόμου, καταλήγοντας στην αναστολή της εφαρμογής των όρων της Σύμβασης της Χαλέπας.
“Έντυπον Υψηλόν Αυτοκρατορικόν Φιρμάνιον” με χρονολογία 1 Ρεβιούλ- αχήρ 1307 (1886;) προς τον Σαχήρ Πασσά, έκτακτο Στρατιωτικό Διοικητή και Τοποτηρητή της Γενικής Διοικήσης Κρήτης. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Τον Νοέμβριο του 1889, με αφορμή την αποτυχημένη εξέγερση του Μαΐου, το καθεστώς της Χαλέπας τέθηκε υπό αναστολή. Αλλαγές επρόκειτο να γίνουν στο σύστημα διοίκησης, στη δομή και τη λειτουργία της Γενικής Συνέλευσης, στους δημοσίους υπαλλήλους, στο φορολογικό και το δικαστικό σύστημα, έχοντας ως τελικό στόχο την αποκατάσταση της οθωμανικής εξουσίας στην Κρήτη. Γνωρίζοντας ωστόσο τις αδυναμίες και τα όρια της συγκεκριμένης πρακτικής, οι νέοι διοικητές επιχείρησαν με διάφορους τρόπους τον προσεταιρισμό της χριστιανικής κοινότητας.
Τον Απρίλιο του 1890 έπαψε τυπικά η εφαρμογή του στρατιωτικού νόμου, ενώ λίγες μέρες αργότερα ο νέος Γενικός Διοικητής Σακήρ Πασάς κάλεσε χριστιανούς και μουσουλμάνους να προχωρήσουν στην εκλογή νέων αντιπροσώπων για τη Γενική Συνέλευση. Η όλη προσπάθεια δεν οδήγησε σε κάποιο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι χριστιανοί απείχαν από τις διαδικασίες σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ενώ αρκετοί ήταν όσοι παραιτήθηκαν από διάφορες δημόσιες θέσεις. Ανάλογες αντιδράσεις εντοπίζονται και τα επόμενα χρόνια με αφορμή δύο κυρίως ζητήματα: την επάνδρωση της τοπικής χωροφυλακής με άτομα προερχόμενα από διάφορα μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την επιβολή ενός νέου συστήματος φορολογίας.
Γενική εικόνα με χαρακτηριστικές φιγούρες Τούρκων και Χριστιανών της Κρήτης. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Παρά τις διαρκείς αντιστάσεις της χριστιανικής κοινότητας, η ενισχυμένη παρουσία και δράση του οθωμανικού στρατού, η απογοήτευση από τα γεγονότα του 1889 και η επιφυλακτική στάση της ελληνικής κυβέρνησης δεν ευνοούσαν την εκδήλωση μιας νέας εξέγερσης κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1890. Οι σημαντικότερες εστίες αντίστασης κατά την περίοδο αυτή εντοπίζονται σε περιοχές εκτός Κρήτης, μέσω της ίδρυσης διαφόρων οργανώσεων. Μόνο από το καλοκαίρι του 1895 και έπειτα οι μέχρι τότε σποραδικές και ασύντακτες κινητοποιήσεις μετασχηματίστηκαν σε ένα ενιαίο και ισχυρό κίνημα εντός του νησιού. Κομβικό ρόλο στη διαδικασία αυτή είχε ο Μανούσος Κούνδουρος και η μυστική αδελφότητα που είχε ιδρυθεί στην Κρήτη το 1892.
Αγνοώντας τις ενστάσεις όσων θεωρούσαν ακατάλληλη τη συγκεκριμένη συγκυρία και παρά τις προσπάθειες των αρχών και ορισμένων Προξένων να εμποδίσουν την κινητοποίηση, ο Κούνδουρος συγκάλεσε στα μέσα Σεπτεμβρίου μια μεγάλη συγκέντρωση στη θέση Κλήμα. Σε μια νέα συγκέντρωση λίγες μέρες αργότερα στην Κράπη, ο Κούνδουρος ανακηρύχθηκε αρχηγός του αγώνα, ενώ υπεγράφη υπόμνημα με συνολικά 50 αιτήματα που έθεταν ως άμεσο στόχο την αυτονομία της Κρήτης και την προώθηση μεταρρυθμίσεων υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων.
Ομάδα επαναστατών στους Κάμπους Κυδωνίας κατά τη Μεταπολιτευτική επανάσταση υπό τον οπλαρχηγό Καλέργη. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Την υποβολή του υπομνήματος που συντάχθηκε κατά τη συγκέντρωση της Κράπης στους Προξένους το φθινόπωρο του 1895, ακολούθησε η διασπορά των διαφόρων οπλαρχηγών στις περιοχές τους, η προσπάθεια για την κινητοποίηση του χριστιανικού πληθυσμού και οι πρώτες συγκρούσεις, με αποκορύφωμα την πολιορκία από τους χριστιανούς του Βάμου, του διοικητικού κέντρου του Αποκόρωνα. Υπό την πίεση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο Σουλτάνος Χαμίτ Β΄ κήρυξε το καλοκαίρι του 1896 την παύση των εχθροπραξιών και τη σύγκλιση νέας Γενικής Συνέλευσης, ενώ προχώρησε και στη χορήγηση αμνηστίας. Οι συγκρούσεις δεν έπαψαν, ωστόσο στις αρχές Αυγούστου ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις των δύο πλευρών που οδήγησαν στον Νέο Οργανισμό της Κρήτης. Το νέο πλαίσιο προέβλεπε τον διορισμό χριστιανού Γενικού Διοικητή και περιόριζε την παρουσία του οθωμανικού στρατού. Παράλληλα ενίσχυε τον ρόλο των χριστιανών στη διοίκηση, την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη, παρέχοντας σημαντικά φορολογικά προνόμια. Βασικό εμπόδιο για την εφαρμογή της συμφωνίας αποτέλεσε η καχυποψία των δύο πλευρών. Οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις εντάθηκαν στα τέλη του 1896, με αποκορύφωμα τις επιθέσεις των μουσουλμάνων εναντίων των χριστιανών, στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να αποτρέψουν την εγκαθίδρυση του νέου διοικητικού πλαισίου.
Εικόνα:O Turhan Pasha Përmeti, Οθωμανός Διοικητής Κρήτης κατά την περίοδο 1894-1895 & 1896, διαβάζει δημόσια το φιρμάνι του διορισμού του. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Αντιλαμβανόμενοι ότι η εδραίωση του Νέου Οργανισμού θα επισφράγιζε την κυριαρχία του χριστιανικού στοιχείου στην Κρήτη, οι Κρήτες μουσουλμάνοι σε συνεργασία με μέλη της οθωμανικής κυβέρνησης, επιχείρησαν ήδη από τον Νοέμβριο του 1896 να δημιουργήσουν ένα κλήμα έντασης, προκειμένου να εμποδίσουν την εφαρμογή του. Με αφορμή την επικύρωση από τον Σουλτάνο των κανονισμών για τη χωροφυλακή και τη δικαιοσύνη, οι αντιπαραθέσεις εντάθηκαν ανάμεσα στις 24 και 30 Ιανουαρίου 1897, σε όλες τις μεγάλες πόλεις του νησιού.
Αποκορύφωμα αποτέλεσε η γενική επίθεση των μουσουλμάνων εναντίον των χριστιανών της πόλης των Χανίων στις 4 Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με τις πηγές, ο μουσουλμανικός όχλος σε συνεργασία με τον στρατό και ένοπλους ατάκτους (βασιβουζούκοι) επιτέθηκαν ενάντια στις χριστιανικές συνοικίες, βάζοντας φωτιά σε διάφορα σημεία. Οι χριστιανοί αμύνθηκαν και σύντομα οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε όλη την πόλη, αναγκάζοντας τους προξένους να ζητήσουν την αποβίβαση στρατιωτικών αγημάτων προκειμένου να προστατεύσουν τους υπηκόους των χωρών τους. Ωστόσο, ακόμα και μετά την παρέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι συγκρούσεις και οι σφαγές συνεχίστηκαν, καταστρέφοντας ένα σημαντικό μέρος της πόλης.
Γενική εικόνα της πόλης των Χανίων από τη μεριά της θάλασσας κατά τα γεγονότα του Φεβρουαρίου του 1897. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Μετά τα γεγονότα των Χανίων τον Φεβρουάριο του 1897 και υπό την πίεση της κοινής γνώμης, η κυβέρνηση του Θεόδωρου Δεληγιάννη προχώρησε αρχικά στην αποστολή πολεμικών πλοίων στην Κρήτη με σκοπό την προστασία και τη διάσωση του άμαχου πληθυσμού. Τις επόμενες μέρες, και υπό την απειλή της επικείμενης εγκατάστασης στο νησί ευρωπαϊκών στρατευμάτων, αποφασίστηκε η αποστολή ενός ισχυρού στρατιωτικού σώματος υπό τον συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο. Αρχικός στόχος ήταν η κατάληψη των Χανίων, ωστόσο σύντομα αποφασίστηκε η αποβίβασή του στον όρμο του Κολυμπαρίου, δυτικά της πόλης και κοντά στη μονή Γωνιάς.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση θεωρήθηκε ως επιθετική ενέργεια από τους Οθωμανούς και αποτέλεσε την αφορμή για το ξέσπασμα του ελληνο-οθωμανικού πολέμου του 1897. Οι συγκρούσεις στη Θεσσαλία και την Ήπειρο ξεκίνησαν στις αρχές Απριλίου και διήρκησαν ένα μήνα μέχρι την προσωρινή ανακωχή της 7ης Μαΐου 1897. Το αποτέλεσμα ήταν η ταπεινωτική ήττα του ελληνικού στρατού. Οι εδαφικές απώλειες απεφεύχθηκαν χάρη στην παρέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ωστόσο η Ελλάδα αναγκάστηκε να καταβάλει δυσβάστακτες πολεμικές αποζημιώσεις και να αποσύρει τις στρατιωτικές της δυνάμεις από την Κρήτη.
Προκήρυξη του Έλληνα συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσου προς τους Κρητικούς (Φεβρουάριος 1897). © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Η έκταση και η βιαιότητα των γεγονότων του Ηρακλείου αποτέλεσαν καταλύτη για την προώθηση μιας ριζικής λύσης επί του Κρητικού Ζητήματος. Η αποχώρηση του οθωμανικού στρατού και η μεταβίβαση της δημόσιας διοίκησης άνοιξαν τον δρόμο για τον οριστικό αποκλεισμό κάθε είδους παρέμβασης από μέρους του Σουλτάνου στο επίπεδο της άσκησης της τοπικής νομοθετικής και διοικητικής εξουσίας. Το πρώτο βήμα ήταν ο διορισμός του Πρίγκιπα Γεωργίου, γιου του Έλληνα βασιλιά Γεωργίου Α΄, ως Ύπατου Αρμοστή.
Τα ζητήματα που έπρεπε άμεσα να διευθετηθούν ήταν η ειρήνευση του νησιού, η εξασφάλιση των αναγκαίων οικονομικών πόρων και η συγκρότηση πολιτικών και διοικητικών οργάνων. Προτεραιότητα δόθηκε στη θέσπιση του νέου Συντάγματος, που θα όριζε τα κύρια χαρακτηριστικά και τα όρια του νέου πολιτικού πλαισίου. Στην τελική του μορφή, το Σύνταγμα του 1899 αναγνώριζε ως ανώτερη αρχή τον Ύπατο Αρμοστή ή Ηγεμόνα. Τον ρόλο της κυβέρνησης θα αναλάμβανε το Συμβούλιο του Ηγεμόνος, με αρμοδιότητά σε όλα τα πεδία της οικονομίας, συγκοινωνίας και δημόσιας ασφάλειας, εσωτερικών, δικαιοσύνης, δημόσιας εκπαίδευσης και θρησκευμάτων, ενώ η Βουλή επιφορτιζόταν με τη νομοθετική εξουσία από κοινού με τον Ηγεμόνα.
Η άφιξη του Πρίγκιπα Γεωργίου στη Σούδα στις 9/22 Δεκεμβρίου 1898. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Το Σύνταγμα του 1899 καθιστούσε τον Ηγεμόνα και το Συμβούλιό του ιδιαίτερα ισχυρό σε σχέση με τη Βουλή. Οι συζητήσεις κατά τις βουλευτικές περιόδους του 1901 και του 1903, με αφορμή ζητήματα που αφορούσαν τη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, ανέδειξαν την υποβόσκουσα δυσφορία σημαντικού μέρους των πληρεξουσίων, οδηγώντας τα επόμενα χρόνια στην ανάπτυξη ενός συγκρουσιακού πλαισίου.
Το καλοκαίρι του 1904 οι αντιδράσεις είχαν ενταθεί, κυρίως λόγω της αδυναμίας ενίσχυσης της γεωργίας και της καταβολής αποζημιώσεων στους πληγέντες της περιόδου 1896-1898, δημιουργώντας το υπόβαθρο για την εκδήλωση του κινήματος του Θερίσου τον Μάρτιο του 1905, με πρωτεργάτες τους Ελευθέριο Βενιζέλο, Κωνσταντίνο Φούμη και Κωνσταντίνο Μάνο. Σε συνεργασία με βρετανικά και ρωσικά στρατεύματα, η χωροφυλακή επιχείρησε την καταστολή του κινήματος χωρίς επιτυχία. Υπό τον κίνδυνο γενικευμένης εξέγερσης, οι δύο πλευρές προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις τον Νοέμβριο, καταλήγοντας στην αποστολή στην Κρήτη Διεθνούς Εξεταστικής Επιτροπής και στην προώθηση ορισμένων μεταρρυθμίσεων. Τέλος, παραχωρήθηκε στον Γεώργιο Α΄, Βασιλέα της Ελλάδος, το δικαίωμα διορισμού του Ύπατου Αρμοστή. Ο ίδιος αποφάσισε την απομάκρυνση του αποδυναμωμένου πλέον Πρίγκιπα Γεωργίου και την αντικατάστασή του από τον παλαίμαχο πολιτικό Αλέξανδρο Ζαΐμη.
Τα γεγονότα που συνδέονται με τις ισχυρές αντιδράσεις των μουσουλμάνων στην επικείμενη εφαρμογή του Νέου Οργανισμού εκδηλώθηκαν με μεγαλύτερη ένταση στις δυτικές επαρχίες, οδηγώντας τον Φεβρουάριο του 1897 στα γεγονότα των Χανίων. Αντίστοιχες, ωστόσο, αντιπαραθέσεις εκδηλώθηκαν στο σύνολο του νησιού, ακόμα και στις ανατολικές επαρχίες, όπου ο μουσουλμανικός πληθυσμός αποτελούσε πλειοψηφία.
Υπό τον φόβο μιας γενικευμένης σύγκρουσης, μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού των επαρχιών Τεμένους, Πεδιάδος και Μονοφατσίου, όπως και από την πόλη του Ηρακλείου, αναζήτησε καταφύγιο στην περιοχή των Άνω Αρχανών, λόγω της φυσικής διαμόρφωσής της και της κομβικής της θέσεις στις διαδρομές προς τις περιοχές της Μεσαράς, της Πεδιάδας και της Βιάννου. Ο αριθμός των προσφύγων κατά την περίοδο αυτή υπολογίζεται σε 6.000. Μαζί με τον τοπικό πληθυσμό και τους ενόπλους, οι χριστιανοί που είχαν συγκεντρωθεί στην περιοχή προσέγγιζαν τους 10.000.
Για την οργάνωση της άμυνας, την εξασφάλιση πολεμοφοδίων, τροφίμων και την περίθαλψη των προσφύγων, συστάθηκε η Επιτροπή Αμύνης με πρόεδρο τον Γεώργιο Καπετανάκη, τον οποίο αργότερα διαδέχθηκε ο Μιχαήλ Καλυβιανάκης. Η Επιτροπή είχε προνοήσει για την τοποθέτηση φρουρών στα γύρω υψώματα και στον Γιούχτα, με αποστολή να επιτηρούν τις κινήσεις των μουσουλμάνων του Ηρακλείου και να ειδοποιούν τους χριστιανούς που είχαν συγκεντρωθεί στις Αρχάνες και τις γύρω περιοχές.
Εικόνα:Σχεδιάγραμμα όπου αποτυπώνεται η αμυντική οργάνωση των Αρχανών
Παρά την απομάκρυνση του Πρίγκιπα, στις εκλογές του 1906 η παράταξη που είχε διαμορφωθεί γύρω από τον Βενιζέλο εξέλεξε μόλις 36 βουλευτές στο σύνολο των 78, επικρατώντας κυρίως στους νομούς Χανίων και Σφακίων. Παρόμοια ήταν και τα αποτελέσματα των εκλογών του επόμενου έτους, με αξιοσημείωτη ωστόσο διαφορά τη σημαντική βελτίωση των ποσοστών της στο νομό Ρεθύμνου. Αντίθετα, οι νομοί Ηρακλείου και Λασιθίου παρέμειναν υπό τον έλεγχο της αντίπαλης παράταξης.
Ορόσημο για το Κρητικό Ζήτημα αποτέλεσαν το κίνημα των Νεοτούρκων τον Ιούλιο του 1908 και η προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία το φθινόπωρο του ίδιου έτους. Επιδιώκοντας να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία, η τοπική Κυβέρνηση κήρυξε στα τέλη Σεπτεμβρίου την Ένωση, καταργώντας το σύστημα της Αρμοστείας. Το τοπικό πολιτικό και διοικητικό πλαίσιο αναδιαμορφώθηκε με βάση τα ελληνικά πρότυπα και τη σχετική νομοθεσία. Σε συμβολικό επίπεδο, η Επίσημη Εφημερίς της Κρητικής Πολιτείας μετονομάστηκε σε Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως εν Κρήτη, σχηματίστηκε πενταμελής κυβέρνηση εθνικής ενότητας που έλαβε τον τίτλο Εκτελεστική Επιτροπή, και η οποία διακήρυξε ότι θα κυβερνούσε το νησί στο όνομα του Βασιλιά Γεωργίου Α΄, ενώ το Κρητικό Σύνταγμα του 1907 αντικαταστάθηκε από το Ελληνικό Σύνταγμα.
Επιτροπή που εκλέχθηκε από την εθνοσυνέλευση με σκοπό τη σύνταξη Συντάγματος (1906). © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Κατά την επόμενη σύνοδο της Συνέλευσης, η οποία είχε προγραμματιστεί στις αρχές Αυγούστου στις Αρχάνες, οι οπαδοί του άμεσου συμβιβασμού επανέφεραν το ζήτημα υπό την καθοδήγηση των Μανούσου Κούνδουρο και Ιωσήφ Χατζηδάκη. Κύριο στόχο τους αποτέλεσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ηγετικό μέλος της αντίπαλης παράταξης, εναντίον του οποίου ξεκίνησε μια συστηματική προσπάθεια δυσφήμισης. Ωστόσο, η πρακτική αυτή δεν κατάφερε να αποτρέψει την εκλογή του Βενιζέλου στη θέση του προέδρου της Συνέλευσης.
Υπό τη ιδιότητα αυτή και επικαλούμενος την απόφαση της Συνέλευσης των Αρμένων, ο Βενιζέλος επιχείρησε να εμποδίσει την υποβολή ψηφίσματος υπέρ της αποδοχής του νέου διοικητικού συστήματος, φτάνοντας ακόμα και να ζητήσει τη διάλυση της Συνέλευσης, γεγονός που προκάλεσε τη βίαιη αντίδραση των αποκαλούμενων Αυτονομιστών. Ο Βενιζέλος, μαζί με 14 πληρεξούσιους, αναγκάστηκαν να αναζητήσουν καταφύγιο σε κάποιο από τα σπίτια του χωριού, όπου όμως σύντομα βρέθηκαν υπό πολιορκία. Υπό τον φόβο μιας ευρύτερης σύγκρουσης, ο Βενιζέλος παρέδωσε την προεδρία στον Σάββα Σαββάκη. Στις 12 Αυγούστου, η Συνέλευση συνήλθε εκ νέου, καθαίρεσε τον Βενιζέλο και επικύρωσε το ψήφισμα αποδοχής των Ευρωπαϊκών, παρά την απουσία 98 από τους 138 πληρεξουσίους. Το όλο ζήτημα διευθετήθηκε οριστικά τον Σεπτέμβριο, κατά τη διεξαγωγή της τρίτης συνέλευσης στο Μελιδόνι Μυλοποτάμου, όπου η προοπτική της αυτονομίας έγινε δεκτή και από τις δύο παρατάξεις.
Εικόνα:Η περιοχή των Άνω Αρχανών
Οι συγκρούσεις που ξέσπασαν στις αρχές του 1897 με αφορμή την προσπάθεια εφαρμογής του Νέου Οργανισμού ενέτειναν την αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ως λύση αποφασίστηκε η αποστολή ευρωπαϊκών στρατευμάτων στην Κρήτη με σκοπό την επιβολή της ειρήνευσης ανάμεσα στις δύο πλευρές και την παρεμπόδιση κάθε προσπάθειας για την κατάληψη του νησιού από μέρους της Ελλάδας.
Σχεδόν ένα χρόνο μετά την άφιξη των ευρωπαϊκών στρατευμάτων και την ήττα της Ελλάδος στον πόλεμο του 1897, οι Πρόξενοι των ευρωπαϊκών δυνάμεων πρότειναν την καθιέρωση ενός νέου διοικητικού συστήματος. Μετά από έντονες διαπραγματεύσεις, μεταβολές και τροποποιήσεις επί της αρχικής πρότασης, οι αντιπρόσωποι των χριστιανών αποδέχθηκαν το Προσωρινό Πολίτευμα. Η συγκεκριμένη απόφαση ενέτεινε την αντίδραση των μουσουλμάνων, με αποκορύφωμα τις συγκρούσεις που ξέσπασαν στην πόλη του Ηρακλείου στις 25 Αυγούστου 1898, με αφορμή την παράδοση του τελωνείου της πόλης στη χριστιανική κοινότητα. Επρόκειτο ίσως για το πιο αιματηρό γεγονός, μετά τις μεγάλες σφαγές που είχαν γίνει στο Ηράκλειο την άνοιξη του 1821, σε αντίποινα για το ξέσπασμα της επανάστασης στην Πελοπόννησο.
Πανοραμική φωτογραφία του Ηρακλείου μετά τα γεγονότα της 15ης Αυγούστου 1898, με κατεστραμμένα κτήρια και πολεμικά πλοία στο βάθος. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Η κινητοποίηση του 1908 οδήγησε στη δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας, με αντικειμενικό σκοπό την ουσιαστική ολοκλήρωση της Ένωσης. Μέλη της πρώτης από τις κυβερνήσεις που επρόκειτο να σχηματιστούν τα επόμενα χρόνια, αποτελούσαν παλαιότερα κυβερνητικά στελέχη, ενώ αποκλείστηκε εκ των πραγμάτων η συμμετοχή εκπροσώπων της μουσουλμανικής κοινότητας. Ένα ακόμη νέο στοιχείο ήταν η ανάθεση στον Βενιζέλο της θέσης του Συμβούλου της Δικαιοσύνης και της αρμοδιότητας άσκησης της εξωτερικής πολικής, που μέχρι τότε ασκούνταν από τον Ύπατο Αρμοστή.
Οι νέες συνθήκες οδήγησαν στην αναβολή των προγραμματισμένων εκλογών του 1909, για τον Μάιο του 1910. Για άλλη μια φορά, η παράταξη υπό τον Βενιζέλο απέτυχε να αποσπάσει την πλειοψηφία, παρόλο που ο ίδιος κατάφερε μέσω διαφόρων συμμαχιών ν’ αναδειχθεί σε πρόεδρο της Βουλής και πρωθυπουργό. Παραιτήθηκε, ωστόσο, τον Αύγουστο, προκειμένου να μεταβεί στην Αθήνα. Η αποχώρηση του Βενιζέλου από το άμεσο πολιτικό πεδίο της Κρήτης, πυροδότησε μια σειρά από διαδοχικές μεταβολές, με κατάληξη τον Νοέμβριο του 1911 την ανακήρυξη της Επαναστατικής Συνέλευσης, όργανο το οποίο με διάφορες μορφές διατήρησε την εξουσία μέχρι και την έλευση στην Κρήτη του πρώτου Γενικού Διοικητή, τον Οκτώβριο του 1912.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος. © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Ήδη κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων τέθηκε το ζήτημα του τρόπου διοίκησης των Νέων Χωρών. Ως λύση επελέγη το σύστημα των Γενικών Διοικήσεων. Πρώτος Γενικός Διοικητής Κρήτης υπήρξε ο Στέφανος Δραγούμης που έφτασε στο νησί τον Οκτώβριο του 1912. Ο μεταβατικός χαρακτήρας της περιόδου και το σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα της θητείας του, σε συνάρτηση με τη συνέχιση των Βαλκανικών Πολέμων, μικρά μόνο περιθώρια άφηναν για την ανάληψη ιδιαίτερων πρωτοβουλιών. Η πολιτική που εφάρμοσε υπήρξε ιδιαίτερα συντηρητική και συγκρατημένη, με κύριο άξονα τη διατήρηση της τάξης, την εξασφάλιση της λειτουργίας της δικαιοσύνης και του διοικητικού μηχανισμού.
Αποχώρησε τον Ιούνιο του 1913, για να τον διαδεχθεί τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο βουλευτής Πατρών, Λουκάς Κανακάρης-Ρούφος. Ο νέος διοικητής έφτασε στην Κρήτη έχοντας ήδη εξασφαλίσει τη γενική αποδοχή ως ένας νέος και προοδευτικός πολιτικός, αλλά και ως προσωπική επιλογή του Βενιζέλου. Η πολιτική που ανέπτυξε χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια προώθησης ριζικών μεταβολών στη διοίκηση και την οικονομία. Ωστόσο, την άνοιξη του 1915, αποφάσισε να παραιτηθεί, προκειμένου να συμμετάσχει στις επερχόμενες εκλογές ως υποψήφιος βουλευτής Αχαΐας.
Ο Στέφανος Δραγούμης, πρώτος Γενικός Διοικητής Κρήτης (1912-1913). © ΕΚΙΜ/ΙΜΚ
Η ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο άνοιξε τον δρόμο για την ένταξη της Κρήτης στο ελληνικό κράτος, ολοκληρώνοντας μια μακροχρόνια πορεία σχεδόν ενός αιώνα. Η οριστική παραίτηση του Σουλτάνου από την επικυριαρχία του επί της Κρήτης έγινε αρχικά μέσω της συνθήκης του Λονδίνου τον Μάιο του 1913. Ωστόσο η διαδικασία επικύρωσής της μέσω της Συνθήκης των Αθηνών διήρκησε μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του ίδιου έτους.
Κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, τέθηκε το ζήτημα της οργάνωσης επίσημης τελετής για την ανακήρυξη της Ένωσης. Την αρχική πληροφορία περί της καθόδου στην Κρήτη του Βενιζέλου διαδέχθηκε η επίσημη αναγγελία περί της παρουσίας στους εορτασμούς του Βασιλέα Κωνσταντίνου Α΄. Η κύρια τελετή οργανώθηκε στα Χανιά με συνοπτικές διαδικασίες και περιελάβανε τη συμβολική ανύψωση της σημαίας από τον ίδιο τον βασιλιά, ενώ αποτέλεσε μια από τις πρώτες τελετές που κινηματογραφήθηκαν για προπαγανδιστικούς λόγους. Αντίστοιχες τελετές έγιναν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Κρήτης. Στο Ηράκλειο τον επίσημο λόγο εκφώνησε ο παλαίμαχος Αντώνιος Μιχελιδάκης, ενώ η έπαρση της ελληνικής σημαίας στα τείχη της πόλης έγινε από τον ανθυπολοχαγό Γαρυφαλάκη.

