
Γεννημένος στο χωριό Μελιδόνι του Αποκόρωνα το 1774 ο Ιωσήφ Κωνσταντουδάκης, ευρύτερα γνωστός ως Σήφακας, αναδείχθηκε σε έναν από τους πιο δραστήριους οπλαρχηγούς κερδίζοντας ακόμα και τον σεβασμό των μουσουλμάνων. Ήταν παρόν στις διαβουλεύσεις που έγιναν στα Σφακιά πριν από την έναρξη της επανάστασης, όπου και ορίστηκε αρχηγός της επαρχίας Αποκορώνου. Στην αρχή των συγκρούσεων, μαζί με τον Γεώργιο Δασκαλάκη (Τσελεπή), κατέλαβαν τον νότιο Αποκόρωνα. Συμμετείχε, όπως και άλλοι, στην άμυνα ενάντια στη μεγάλη εκστρατεία του Οσμάν Πασά, χωρίς να καταφέρουν ν’ ανακόψουν την εισβολή των μουσουλμάνων στα χωριά της Ρίζας και τα Σφακιά τον Αύγουστο του 1821.
Μετά τον θάνατο του Τσελεπή στα τέλη του 1821, έλαβε τον βαθμό του πεντακοσίαρχου. Κατά την άφιξη των Αιγυπτίων, τον Μάιο του 1822, συντόνισε την άμυνα των επαναστατών. Τον Οκτώβριο του ίδιο έτους, απέκρουσε με επιτυχία μια μεγάλη επιδρομή μουσουλμάνων στον Αποκόρωνα. Στις 4 Μαρτίου 1823, συμμετείχε στη καταδίωξη ομάδας μουσουλμάνων, όμως τις επόμενες μέρες αρρώστησε από πνευμονία. Μεταφέρθηκε στα Τοπόλια, όπου πέθανε λίγο αργότερα. Κηδεύτηκε στη Μονή Γωνιά. Κατόπιν, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Αντώνιος Κωνσταντουδάκης, που διατήρησε και το ίδιο προσωνύμιο.

Γεννήθηκε στην Πόμπια, πιθανόν το 1797. Το 1816 αναγκάστηκε να φύγει, καθώς σκότωσε τον τοπικό Αγά Αλήκο. Κατά την έναρξη της επανάστασης, εντάχθηκε στο σώμα του Χουλογιάννη. Το 1824, μετά από την ήττα των επαναστατών, έδρασε για ένα διάστημα ως πειρατής και αντάρτης. Την άνοιξη του 1827, συμμετείχε στη μάχη του Φαλήρου, ενώ το επόμενο έτος πολέμησε και πάλι στην Κρήτη ως ιππέας υπό τον Παναγιώτη Ζερβουδάκη. Το 1830 φεύγει ξανά, για να επιστρέψει τέσσερα χρόνια αργότερα. Μέχρι τον θάνατό του το 1882, συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις κινητοποιήσεις που ακολούθησαν, έχοντας κεντρικό ρόλο στην επανάσταση του 1866.

Γεννημένος στην Ανώπολη. Του είχε δοθεί το προσωνύμιο «Τσελεπής» δηλαδή «ευγενής». Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία, όμως, κατά την έναρξη της επανάστασης τον Φεβρουάριο του 1821, βρισκόταν μακριά από την Κρήτη. Αφού σχημάτισε ομάδα ενόπλων στη Σάμο, γύρισε στο νησί και πολέμησε στον Αποκόρωνα,. Ο Αφεντούλιεφ τον έχρισε πεντακοσίαρχο και του ανέθεσε την ηγεσία της επίθεσης στο Σέλινο στα τέλη του 1821. Κατάφερε να αιφνιδιάσει τους τοπικούς μουσουλμάνους, σκοτώθηκε όμως κατά την προσπάθειά του να βάλει φωτιά σε ένα οχυρό κτίριο. Τη θέση του ανέλαβε ο Σήφακας.

Αρχικά ονομαζόταν Εμμανουήλ Ροβύθης και καταγόταν από το Μαρμακέτο Λασιθίου. Σε νεαρή ηλικία ήρθε σε σύγκρουση με τον μουσουλμάνο Αληδάκο από το Χουμεριάκο και αναγκάστηκε να φύγει. Το καλοκαίρι του 1822, επελέγη ως ένας από τους δύο οπλαρχηγούς του Λασιθίου, ενώ μετά από την ήττα των επαναστατών, τον Απρίλιο του 1824, συνέχισε να πολεμάει ως αντάρτης. Συμμετείχε στην εισβολή των επαναστατών στο Μεραμβέλλο, τον Νοέμβριο του 1827, και τον Δεκέμβριο του 1828, στην εισβολή στη Σητεία. Πέθανε το 1846 σε ηλικία 50 ετών στη Νάξο, όπου είχε καταφύγει.

Γεννήθηκε το 1769 και καταγόταν από τους Ασωμάτους Αμαρίου. Ονομάστηκε Μελχισεδέκ ή Τσουδερογούμενος, όταν έγινε ηγούμενος στη Μονή Πρέβελη. Πιθανόν μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία από τον Γρηγόριο Καλλονά, τον Απρίλιο του 1821, μαζί με τον αδελφό του, Γεώργιο. Την ίδια περίοδο, συμμετείχε στις συναντήσεις που προηγήθηκαν της επανάστασης στα Σφακιά, όπου εισηγήθηκε τη σύναψη συμμαχίας με τους Αμπαδιώτες. Τον Μάιο του 1822, καταγράφεται ανάμεσα στα μέλη της Προσωρινής Διοίκησης της Κρήτης υπό τον Μιχαήλ Αφεντούλιεφ. Συμμετείχε σε αρκετές μάχες, σκοτώθηκε όμως στο Πολεμάρχι Κισσάμου τον Μάιο του 1823.

Γεννήθηκε το 1802 ή το 1804 στα Βασιλικά Ανώγεια στη Μεσαρά. Από μικρός, στάλθηκε στη Μονή Απεζανών όπου έλαβε κάποια μόρφωση καθώς είχε αναλάβει τη θέση του Αναγνώστη. Λίγα χρόνια αργότερα, ο γενίτσαρος μπαϊρακαγασής Τζοβόρας, σκότωσε τον πατέρα του Ιωάννη Τσακίρη. Ο Νικόλαος πήγε αρχικά στον Κουσέ για να ζητήσει βοήθεια από την οικογένεια Κουρμούλη, ενώ αργότερα έστησε ενέδρα στον Τζοβόρα και τον σκότωσε. Στη συνέχεια, εντάχθηκε στην ομάδα του Μιχαήλ Κόρακα. Σχεδόν κανένα στοιχείο δεν υπάρχει για τη δράση του κατά την πρώτη και δεύτερη περίοδο της επανάστασης (1821-1824).
Κατά την τρίτη περίοδο (1827-1830) πολέμησε σε αρκετές μάχες, όπως εκείνες του Μοχού (1827), του Φραγκοκάστελου (1828) και σε πολυάριθμες άλλες συγκρούσεις. Μετά το τέλος της επανάστασης, κατέφυγε στο ελληνικό κράτος όπου έλαβε εκτάσεις γης στην Κόρινθο για τις υπηρεσίες του. Ωστόσο, αργότερα επέστρεψε στην Κρήτη. Εξορίστηκε τρείς φορές. Έλαβε, ωστόσο, μέρος σε όλες τις μετέπειτα εξεγέρσεις και επαναστάσεις -ακόμα και σε εκείνη του 1866- ως αρχηγός του ιππικού της Μεσαράς. Πέθανε τον Αύγουστο του 1876 στην Πόμπια.

Προερχόμενος από το χωριό Ασφένδου των Σφακίων, ο Στρατής Δεληγιαννάκης συμμετείχε στις συναντήσεις που έγιναν στα Σφακιά, την άνοιξη του 1821. Με την έναρξη των συγκρούσεων, ανέλαβε ηγετικό ρόλο στην περιοχή του Ρεθύμνου και ηγήθηκε σε πολλές μάχες. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται η κατάληψη της μονής Αρκαδίου τον Ιανουάριο του 1822 και η εξολόθρευση μιας μεγάλης ομάδας μουσουλμάνων στον Κρουσώνα, τον Ιούλιο του ίδιου έτους.
Μετά από την ήττα της επανάστασης έφυγε από την Κρήτη για να επιστρέψει κατά την περίοδο της Γραμβούσας (1825-1827). Τον Μάιο του 1828 ήταν ο μόνος οπλαρχηγός που δέχθηκε να πολεμήσει στο Φραγκοκάστελλο. Υπήρξε, ακόμα, ένας από τους λίγους που στα τέλη του 1830 επιχείρησαν ν’ αντισταθούν στην παράδοση του νησιού στους Αιγυπτίους. Για τον λόγο αυτό, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά την Κρήτη μετά το 1830. Διορίστηκε πολιτάρχης στη Μήλο και αργότερα, έλαβε το βαθμό του Λοχαγού της Φάλαγγας, ενώ συμμετείχε και στην επανάσταση του 1841 στην Κρήτη. Πέθανε λίγο πριν από το ξέσπασμα της επανάστασης του 1866, στη Μήλο.

“Γεννήθηκε στο Παρίσι το 1838 και ήταν γιός του ακαδημαϊκού Πέτρου Φλωράνς, τον οποίο διαδέχθηκε στην έδρα της ανθρωπολογίας στο κολλέγιο της Γαλλίας. Η ενασχόλησή του με την πολιτική τον ώθησε να στραφεί ενάντια στο καθεστώς του Ναπολέοντα του Γ΄. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσει την ακαδημαϊκή του έδρα και να αναγκαστεί να μετακομίσει αρχικά στο Βέλγιο, ύστερα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και, στις αρχές του Μαρτίου του 1866, στην Ελλάδα.
Στην Κρήτη έφτασε τον Νοέμβριο του 1866, λίγο μετά την έναρξη της επανάστασης, προκειμένου να πολεμήσει ως απλός εθελοντής Έδρασε κυρίως στις δυτικές επαρχίες, μαζί και με άλλους ξένους εθελοντές. Την άνοιξη του 1867, υπό το βάρος των πολυάριθμων δυσκολιών αποφάσισε να αποχωρήσει. Το επόμενο διάστημα, συνέχισε τη δράση του υπέρ της επανάστασης, ενώ την άνοιξη του 1868 έκανε άλλο σύντομο ταξίδι στην Κρήτη. Επιστρέφοντας στη Γαλλία, ο Φλωράνς, υπέστη διώξεις λόγω της συνέχισης της κριτικής του προς το καθεστώς του Ναπολέοντα Γ΄, ενώ το 1871, κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κουμμούνας ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ωστόσο, στις 3 Απριλίου του 1871, συνελήφθη στο πλαίσιο των συγκρούσεων με τις κυβερνητικές δυνάμεις και εκτελέστηκε. ”

“O Ömer Fevzi Pasha ανέλαβε τη διοίκηση της Κρήτης και των Οθωμανικών στρατευμάτων την άνοιξη του 1867, έχοντας ως αποστολή την κατάπνιξη της επανάστασης. Επρόκειτο για το πέμπτο κατά σειρά πρόσωπο που αναλάμβανε τη θέση αυτή από την έναρξη της επανάστασης, περίπου ένα χρόνο νωρίτερα. Ο Ömer Pasha προερχόταν από την περιοχή της Κροατίας και αρχικά είχε υπηρετήσει στον στρατό των Αψβούργων. Αργότερα εντάχθηκε στον οθωμανικό στρατό, όπου χάρη στη δράση του στη Συρία και στον Λίβανο, τη συμμετοχή του στο Κριμαϊκό πόλεμο και την καταστολή πολυάριθμών εξεγέρσεων στο χώρο των Βαλκανίων, κατάφερε να αποκτήσει υψηλό αξίωμα.
Σε αντίθεση με τους προκατόχους του, ο Ömer Pasha στράφηκε προς την ανατολική Κρήτη, αποσκοπώντας στη διάλυση των εκεί επαναστατικών ομάδων και κυρίως στην κατάληψη του Οροπεδίου Λασιθίου. Στη συνέχεια προσπάθησε να θέσει υπό τον έλεγχό του την περιοχή των Σφακίων. Η τακτική του οδήγησε σε κάποια αξιόλογα αποτελέσματα, με προσωρινό όμως χαρακτήρα. Αντικαταστάθηκε το φθινόπωρο του 1867 από τον Hussein Avni Pasha, στο πλαίσιο της εφαρμογής μιας νέας στρατηγικής για την αντιμετώπιση της επανάστασης μέσω του ελέγχου της ενδοχώρας και την παραχώρηση πολιτικών προνομίων.”

Ο Παρθένιος Κελαϊδής γεννήθηκε το 1830 στο Μουρί Σφακίων και χρίστηκε μοναχός στη Μονή Γωνιά το 1853. Υπήρξε από τις ηγετικές μορφές της επανάστασης του 1866, μετά το τέλος της οποίας κατέφυγε στην Τεργέστη. Ιδιαίτερη δράση ανέπτυξε το 1876, περιοδεύοντας σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ αργότερα κατέφυγε στην Ιταλία όπου ίδρυσε Κομιτάτο με σκοπό τη συνέχιση της εξέγερσης. Το 1880 εξελέγη επίσκοπος Κισάμου και Σελίνου από την Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας της Κρήτης, ωστόσο δεν αποδέχτηκε την εκλογή του. Το 1893 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με σκοπό την προετοιμασία ενός ακόμα επαναστατικού κινήματος, ενώ επέστρεψε στην Κρήτη το φθινόπωρο του 1897. Λίγα χρόνια αργότερα, ήρθε σε ρήξη με τον Πρίγκιπα Γεώργιο λόγω της αποπομπής του Ελευθερίου Βενιζέλου, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί το 1904 από την Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο σε εγκλεισμό στη Μονή Επανωσήφη. Ο ίδιος αρνήθηκε την απόφαση της Συνόδου, με αποτέλεσμα ν’ αναγκαστεί να εγκαταλείψει για ακόμα μια φορά το νησί, καταφεύγοντας στην Αθήνα. Πέθανε τον Αύγουστο του 1905 στη Σύρο.

Γεννήθηκε το 1815 στην Τεργέστη και πέθανε το 1897 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στη Βενετία, ωστόσο καταγόταν από τα Παλαιά Ρούματα Χανίων. Σπούδασε νομική στην Πάντοβα και άσκησε τη δικηγορία στην Αθήνα, μέχρι το 1837, οπότε και εντάχθηκε στο δικαστικό σώμα. Το 1844 απολύθηκε ως ετερόχθων, ενώ κατά την περίοδο 1855-1864 ανέλαβε τη διδασκαλία του Αστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών. Το 1861 υπηρέτησε ως υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας, αναλαμβάνοντας τη θέση του διοικητή από το 1869 μέχρι το 1890, ενώ υπηρέτησε και σε άλλους οργανισμούς. Κατά την περίοδο της επανάστασης του 1866, ο Μ. Ρενιέρης ανέλαβε τη θέση του προέδρου της Κεντρικής υπέρ των Κρητών Επιτροπής στην Αθήνα, συνεισφέροντας με κάθε τρόπο στην επανάσταση.

Ο Κωνσταντίνος Κ. Μητσοτάκης, γεννήθηκε μεταξύ του 1843 και 1845 στη Μονεμβασιά, όπου είχαν καταφύγει οι γονείς του τα προηγούμενα χρόνια. Το 1863 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, για να μετεγγραφεί το επόμενο έτος στη Νομική, απ’ όπου αποφοίτησε το 1870. Τα επόμενα χρόνια μετέβη στην Κρήτη, όπου εκλέχθηκε μέλος της Γενικής Συνέλευσης (πιθανόν το 1875) και αναδείχθηκε σε ηγετική φυσιογνωμία. Μόλις το επόμενο έτος, συνελήφθη με εντολή του Ρεούφ Πασά, μεταφέρθηκε και φυλακίστηκε στην Κωνσταντινούπολη λόγω της άρνησής του να συνεργαστεί για τον διορισμό δικαστών και συμβούλων. Επρόκειτο για μια πράξη εκφοβισμού με σκοπό την κάμψη των αντιστάσεων της χριστιανικής παράταξης. Οι αντιδράσεις που προκάλεσε η σύλληψή του τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, οδήγησαν στην απελευθέρωση και την επιστροφή του στην Κρήτη λίγους μήνες αργότερα.

Ο Νικόλαος Σταυράκης σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και εργάστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Μετά το τέλος της επανάστασης του 1866, διέκοψε τις σπουδές του και επανήλθε στην Κρήτη όπου εντάχθηκε στον διοικητικό μηχανισμό. Αποτελούσε μέλος της συντηρητικής, χριστιανικής παράταξης που δεν επιθυμούσε τη μεταβολή του καθεστώτος (Κυβερνητικοί). Πολυσχιδής προσωπικότητα, υπηρέτησε ως Αρχιγραμματέας της Διοίκησης απ’ όπου και απομακρύνθηκε μετά από πιέσεις των Φιλελευθέρων (Ξυπόλητοι). Ως αντιστάθμισμα, ο Φωτιάδης Πασάς επιχείρησε να τον διορίσει διοικητή Λασιθίου, ωστόσο εγκατέλειψε την προσπάθεια λόγω των τοπικών αντιδράσεων. Το 1886, ανέλαβε στο Ηράκλειο την αρχισυνταξία της εφημερίδας Νέα Εβδομάς, ενώ το επόμενο έτος εκλέχθηκε πληρεξούσιος. Μέχρι το 1889 κατείχε τη θέση του Γενικού Επόπτη των Τελωνείων. Είναι ευρύτερα γνωστός για τη δημοσίευση του έργου Στατιστική του πληθυσμού της Κρήτης, όπου συγκεντρώνονται τα στοιχεία της απογραφής του 1881.

Γεννημένος το 1844 στο Κράσι, ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Ηράκλειο και τη Σύρο, ενώ το 1862 η οικογένειά του μετοίκησε στο Ηράκλειο. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1866. Υπήρξε μέλος των Συνελεύσεων στο πλαίσιο του Οργανικού Νόμου και μετέπειτα της Σύμβασης της Χαλέπας, τασσόμενος με την παράταξη των Ξυπόλητων. Κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, θεωρούνταν ήδη ένας παλαιός και έμπειρος πολιτικός. Εξελέγη πρόεδρος της Κρητικής Βουλής από το 1901 μέχρι το 1905. Ακόμα και μετά το κίνημα του Θερίσου και παρά την αντίθεσή του στην πολιτική του Ελ. Βενιζέλου, η παράταξή του κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές του 1906 και του 1907. Το ίδιο συνέβη και κατά τις εκλογές του 1910 και του 1912, παρά τις μεταβολές που είχαν επέλθει στο ενδιάμεσο. Μετά την Ένωση, εξελέγη και πάλι βουλευτής, ενώ το 1915 υπηρέτησε ως Υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαιδεύσεως στη βραχύβια κυβέρνηση Σκουλούδη. Πέθανε στο Ηράκλειο στις αρχές του 1923. Πέρα από την πολιτική του δράση, ο Αντ. Μιχελιδάκης υπηρέτησε στον χώρο της εκπαίδευσης, ενώ υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου που συστάθηκε στο Ηράκλειο το 1878.

Ο Ιωάννης Σφακιανάκης γεννήθηκε το 1848 στο Βραχάσι και υπήρξε γιος του Κωνσταντίνου Σφακιανάκη, ηγετικής μορφής των επαναστάσεων του 19ου αιώνα. Σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και τη Βιέννη. Κατά την περίοδο της Χαλέπας λαμβάνει μέρος στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην υπογραφή της σύμβασης και παραμένει μέλος της Συνέλευσης κατά τα επόμενα χρόνια ως πληρεξούσιος της περιοχής Μεραμβέλλου. Πέρα από την άσκηση της ιατρικής, ο Ιωαν. Σφακιανάκης αναμείχθηκε και στο πεδίο της εκπαίδευσης, αναλαμβάνοντας τη διδασκαλία φυσικής και μαθηματικών. Επανέρχεται στο πολιτικό πεδίο το 1895 ως πληρεξούσιος Ηρακλείου, κατά την προσπάθεια ανασύστασης του Συμβουλίου από την οθωμανική διοίκηση. Κατά τη σύσταση της Κρητικής Πολιτείας ανέλαβε ηγετικό ρόλο. Ειδικότερα, εκλέχθηκε Πρόεδρος της Συντακτικής Συνέλευσης του 1899, ενώ στη συνέχεια διορίστηκε από τον Ύπατο Αρμοστή πρόεδρος της Επιτροπής που ανέλαβε τη σύνταξη του πρώτου Συντάγματος. Παρά τις προτάσεις που του έγιναν, δεν θέλησε, να συμμετάσχει στο Συμβούλιο του Ηγεμόνα, παρέμεινε, ωστόσο, στο πεδίο της πολιτικής. Το 1905 τάχθηκε υπέρ του κινήματος του Θερίσου. Τα επόμενα χρόνια αποσύρθηκε από την πολιτική και ανέλαβε για ένα διάστημα τη διοίκηση της Τράπεζας Κρήτης. Πέθανε στην Αθήνα το 1924.

Επρόκειτο για τον δευτερότοκο γιο του Βασιλέα Γεωργίου Α’ της Ελλάδος. Γεννημένος το 1869, σπούδασε στη Ναυτική σχολή της Κοπεγχάγης στη Δανία. Στην Ελλάδα, υπηρέτησε στο Βασιλικό Ναυτικό, όπου έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1897 ως διοικητής τορπιλοβόλων. Την περίοδο αυτή, έδρασε και στην περιοχή της Κρήτης, όπου στάλθηκε με σκοπό την υπεράσπιση και διάσωση των χριστιανών. Το ίδιο έτος, προτάθηκε από τη Ρωσία ο διορισμός του στη θέση του Ύπατου Αρμοστή. Κατά τη σύσταση της Κρητικής Πολιτείας, ο ρόλος του ενισχύθηκε, ενώ μέσω του Συντάγματος έλαβε τον τίτλο του Ηγεμόνα. Έχοντας υπό τον έλεγχό του το σύνολο της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, ο Πρίγκιπας Γεώργιος υιοθέτησε μια συντηρητική και αντικοινοβουλευτική πολιτική, επιλογή που οδήγησε σε αντιπαραθέσεις και εντάσεις. Αποκορύφωμα υπήρξε η διαφωνία του με τον Ελ. Βενιζέλο για τον τρόπο χειρισμού του ζητήματος της Ένωσης, που είχε ως επακόλουθο την απομάκρυνσή του το 1901 από το Συμβούλιο του Ηγεμόνα. Παρά την ισχυρή του θέση, η αδυναμία του να χειριστεί αποτελεσματικά τα εσωτερικά ζητήματα, και ειδικά τα πολυάριθμα προβλήματα στο πεδίο της οικονομίας, προκάλεσαν εντάσεις που οδήγησαν το 1905 στο κίνημα του Θερίσου. Το επόμενο διάστημα, ο πολιτικός του ρόλος αποδυναμώθηκε σε σημαντικό βαθμό, γεγονός που σε συνδυασμό και με τις επιμέρους διπλωματικές και άλλες μεταβολές, οδήγησε στην αντικατάστασή του το φθινόπωρο του 1906 από τον παλαίμαχο πολιτικό Αλέξανδρο Ζαΐμη.

Ο Κωνσταντίνος Φούμης υπήρξε σημαντική πολιτική φυσιογνωμία και ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η συνεργασία τους ξεκινάει το 1888, όταν από κοινού με τους Χαράλαμπο Πωλογιώργη και Κωνσταντίνο Μοάτσο, ανέλαβαν την έκδοση της εφημερίδας Λευκά Όρη. Συμμετείχε στα γεγονότα της περιόδου 1895-1898 αναλαμβάνοντας ενεργό δράση, ενώ το 1899, στις πρώτες εκλογές τη Κρητικής Πολιτείας, εξελέγη μέλος της Συντακτικής Συνέλευσης ως πληρεξούσιος της επαρχίας Σελίνου. Το επόμενο διάστημα διορίστηκε μέλος του Ηγεμονικού Συμβουλίου αναλαμβάνοντας το πεδίο των οικονομικών. Το 1901 ήρθε σε ρήξη με τον Βενιζέλο, καθώς διαφώνησε με τη δημόσια καταγγελία της πολιτικής του Πρίγκιπα Γεωργίου σε σχέση με το ζήτημα της Ένωσης. Ωστόσο, την άνοιξη του 1905, συνασπίστηκε μαζί του και αποτέλεσε μία από τις ηγετικές μορφές του κινήματος του Θερίσου. Η ανάμειξή του στην πολιτική συνεχίστηκε και μετά την Ένωση, καθώς εκλέχθηκε στην ελληνική Βουλή ως βουλευτής Σελίνου και αργότερα Χανίων, ενώ υπήρξε και μέλος της ελληνικής Γερουσίας.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, γεννημένος το 1864 στις Μουρνιές Χανίων, υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες της Ελλάδας. Μετά από τον αναγκαστικό του εκπατρισμό λόγω της Κρητικής Επανάστασης του 1866, σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και δραστηριοποιήθηκε στην πολιτική. Το 1889, σε ηλικία 25 ετών, εκλέγεται πληρεξούσιος στην Κρητική Συνέλευση, υποστηριζόμενος από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
Η πολιτική του πορεία ήταν γεμάτη προκλήσεις. Αν και διαφώνησε με την εξέγερση του 1899 και αναγκάστηκε να διαφύγει στην Αθήνα, επανήλθε στο προσκήνιο με την εφαρμογή του Νέου Οργανισμού. Υποστήριξε την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, αλλά τελικά συμφώνησε στη λύση της αυτονομίας λόγω εξωτερικών πιέσεων.
Το 1901, οι πολιτικές του διαφορές με τον Πρίγκιπα Γεώργιο τον οδήγησαν σε παραίτηση. Ωστόσο, το 1905 συμμετείχε στο κίνημα του Θερίσου, κερδίζοντας έτσι παραχωρήσεις από τις Δυνάμεις. Παρά τις εκλογικές του αποτυχίες το 1906 και 1907, επέστρεψε το 1910 στην Αθήνα και ανέλαβε την πρωθυπουργία.

