Γεννημένος στο χωριό Μελιδόνι του Αποκόρωνα το 1774 ο Ιωσήφ Κωνσταντουδάκης, ευρύτερα γνωστός ως Σήφακας, αναδείχθηκε σε έναν από τους πιο δραστήριους οπλαρχηγούς κερδίζοντας ακόμα και τον σεβασμό των μουσουλμάνων. Ήταν παρόν στις διαβουλεύσεις που έγιναν στα Σφακιά πριν από την έναρξη της επανάστασης, όπου και ορίστηκε αρχηγός της επαρχίας Αποκορώνου. Στην αρχή των συγκρούσεων, μαζί με τον Γεώργιο Δασκαλάκη (Τσελεπή), κατέλαβαν τον νότιο Αποκόρωνα. Συμμετείχε, όπως και άλλοι, στην άμυνα ενάντια στη μεγάλη εκστρατεία του Οσμάν Πασά, χωρίς να καταφέρουν ν’ ανακόψουν την εισβολή των μουσουλμάνων στα χωριά της Ρίζας και τα Σφακιά τον Αύγουστο του 1821.
Μετά τον θάνατο του Τσελεπή στα τέλη του 1821, έλαβε τον βαθμό του πεντακοσίαρχου. Κατά την άφιξη των Αιγυπτίων, τον Μάιο του 1822, συντόνισε την άμυνα των επαναστατών. Τον Οκτώβριο του ίδιο έτους, απέκρουσε με επιτυχία μια μεγάλη επιδρομή μουσουλμάνων στον Αποκόρωνα. Στις 4 Μαρτίου 1823, συμμετείχε στη καταδίωξη ομάδας μουσουλμάνων, όμως τις επόμενες μέρες αρρώστησε από πνευμονία. Μεταφέρθηκε στα Τοπόλια, όπου πέθανε λίγο αργότερα. Κηδεύτηκε στη Μονή Γωνιά. Κατόπιν, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Αντώνιος Κωνσταντουδάκης, που διατήρησε και το ίδιο προσωνύμιο.


