Παρά την επίσημη πολιτική περί ισονομίας και ειρήνευσης, το διοικητικό πλαίσιο που εισήγαγε ο Μεχμέτ Αλί στην Κρήτη δεν ικανοποιούσε τις προσδοκίες που είχαν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Ακόμα μεγαλύτερη αντίδραση προκάλεσε η διαρκής πίεση για την αύξηση των κρατικών εσόδων, είτε έμμεσα μέσω της επιβολής μονοπωλίων και του ελέγχου των παραγωγικών υποδομών, όπως λ.χ. τα ελαιοτριβεία, είτε άμεσα μέσω της επιβολής υψηλών φόρων στο εμπόριο και στην παραγωγή.
Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών υπήρξε η άοπλη συγκέντρωση το φθινόπωρο του 1833, σχεδόν 7.000 χριστιανών και μουσουλμάνων στο χωριό Μουρνιές στην περιοχή των Χανίων, με σκοπό να διαμαρτυρηθούν και να υποβάλουν υπόμνημα στους προξένους. Η αιγυπτιακή διοίκηση αντιμετώπισε βίαια το γεγονός, διαλύοντας τους συγκεντρωμένους, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας τα πρόσωπα που θεωρήθηκαν πρωτεργάτες. Οι διώξεις και οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες μεσώ της αποστολής στρατιωτικών δυνάμεων στον Αποκόρωνα, στο Ρέθυμνο, στα Σφακιά και αλλού, ενώ πρόνοια υπήρξε για την αποστολή στρατιωτικών ενισχύσεων στο νησί, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτροπή κάθε πιθανού επαναστατικού κινήματος.


