Υπό το καθεστώς του αμοιβαίου φόβου που είχε προκαλέσει η άφιξη των πρώτων πληροφοριών σχετικά με την έναρξη της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, χριστιανοί και μουσουλμάνοι προχώρησαν σε διάφορες μορφές προετοιμασίας. Οι οθωμανικές αρχές διέταξαν τη συλλογή όσων όπλων βρίσκονταν στα χέρια των χριστιανών, ενώ επέτρεψαν την οπλοφορία σε όλους τους μουσουλμάνους. Παράλληλα, επισκευές έγιναν στις οχυρώσεις των πόλεων και υπήρξε πρόνοια για τη συγκέντρωση τροφίμων και προμηθειών.
Από μέρους των χριστιανών, οι Σφακιανοί φρόντισαν για την αγορά οπλισμού, ενώ μέσα από διάφορες διαδικασίες, με κυριότερη τη γενική συνέλευση στην Παναγία τη Θυμιανή, επιχείρησαν να προχωρήσουν στην ανάπτυξη μιας στοιχειώδους οργάνωσης, εξασφαλίζοντας τη συνεργασία χριστιανών και από τις άλλες περιοχές του νησιού. Ακόμα, αναζήτησαν εξωτερική βοήθεια, απευθυνόμενοι στην Ύδρα και τις Σπέτσες, ενώ έλαβαν ιδιαίτερη πρόνοια για τη σύσφιξη των δεσμών με τη Φιλική Εταιρία. Μέρος της προσπάθειας αυτής αποτέλεσε το αίτημα προς τον Δημήτριο Υψηλάντη για την αποστολή στην Κρήτη ενός Γενικού Αρχηγού, εξασφαλίζοντας κατά τον τρόπο αυτό την τυπική αναγνώριση και ένταξη της Κρήτης στο επίσημο επαναστατικό στρατόπεδο.


