Ο συνολικός πληθυσμός της Κρήτης στις αρχές του 19ου αιώνα εκτιμάται ότι προσέγγιζε τους 280.000 κατοίκους, μέγεθος που κατανεμόταν σχεδόν ισότιμα ανάμεσα στις δύο κυρίαρχες θρησκευτικές κοινότητες. Το μεγαλύτερο μέρος των μουσουλμάνων της Κρήτης είχε προέλθει από τον εξισλαμισμό τοπικού πληθυσμού κατά τη διάρκεια του Κρητικού Πολέμου (1645-1669), με κίνητρα την απαλλαγή από τους ειδικούς φόρους και κυρίως την προοπτική ένταξης στον χώρο της μουσουλμανικής ελίτ.
Λόγω της κοινής τους καταγωγής, χριστιανοί και μουσουλμάνοι διατήρησαν στενούς δεσμούς, ειδικά κατά την πρώτη περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, χωρίς οι σχέσεις αυτές να συνεπάγονται και την πλήρη απουσία συγκρουσιακών καταστάσεων. Ωστόσο, η εικόνα της γενικής καταπίεσης του χριστιανικού στοιχείου περιγράφει με τρόπο υπερβολικό και απόλυτο μια πραγματική κατάσταση, που συνήθως αφορούσε συγκριμένες ομάδες μουσουλμάνων, στρεφόμενων ενίοτε ακόμα και εναντίον των ομοθρήσκων τους. Το συγκεκριμένο πλαίσιο μεταβάλλεται σταδιακά κατά τη περίοδο που ξεκινάει με την εξέγερση του 1770, καταλήγοντας στην οριστική ρήξη των δύο κοινοτήτων μέσα από τα γεγονότα της επανάστασης του 1821.


