Για αιώνες, το εξωτερικό εμπόριο της Κρήτης βασιζόταν στην παραγωγή της άμεσης ενδοχώρας των τριών πόλεων-λιμανιών: των Χανίων, του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου. Το μεγαλύτερο μέρος της υπαίθρου παρέμενε σχεδόν απομονωμένο, λειτουργώντας μέσα από ένα κλειστό σύστημα, βασισμένο στην κατανάλωση τοπικών προϊόντων και ανταλλαγών μέσα από τα εσωτερικά εμπορικά δίκτυα.
Η μεταβίβαση μεγάλου μέρους της γης στους χριστιανούς μετά το τέλος της επανάστασης του 1821 και η αύξηση της μικροϊδιοκτησίας, σε συνδυασμό και με την ευνοϊκή πολιτική που εφαρμόστηκε κατά τις επόμενες δεκαετίες, είχε ως αποτέλεσμα τη θεαματική αύξηση της συνολικής γεωργικής παραγωγής, δημιουργώντας το υπόβαθρο για την περαιτέρω ανάπτυξη του εμπορίου. Εξίσου σημαντικό ρόλο είχε η επιστροφή της Κρήτης στο οθωμανικό πλαίσιο το 1841, διευκολύνοντας τη διεξαγωγή εμπορίου τόσο εντός των αγορών της Αυτοκρατορίας, όσο και με τον ευρωπαϊκό χώρο, μέσω των ειδικών συμφωνιών, όπως η ναυτιλιακή σύμβαση Balta-Liman του 1838. Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέπεται η καθοριστική επίδραση των τεχνολογικών μεταβολών στην ανάπτυξη του εμπορίου, κυρίως η σταδιακή επέκταση του ατμόπλοιου ως βασικού μέσου μεταφορών στην Ανατολική Μεσόγειο.


