Η επιβίωση οποιουδήποτε αιχμαλώτου κατά τη διάρκεια της επανάστασης δεν ήταν δεδομένη, από τη στιγμή που και από τις δύο πλευρές απουσίαζε η αυστηρή οργάνωση και η πειθαρχία. Συνήθως οι περισσότεροι από τους αιχμαλώτους εκτελούνταν άμεσα, με εξαίρεση όσους μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την εξασφάλιση λίτρων ή την ανταλλαγή με αιχμαλώτους της άλλης πλευράς.
Παρά τις επιμέρους ιδιαιτερότητες, προσπάθειες για την ανάπτυξη μιας ενιαίας πολιτικής σε σχέση με τη διαχείριση των αιχμαλώτων εντοπίζονται τόσο κατά τις δύο πρώτες περιόδους της επανάστασης (1821-1824), όσο και αργότερα. Πρώτος ο Μιχαήλ Αφεντούλιεφ, διακήρυξε τον Ιανουάριο του 1822 ότι έπρεπε και οι δύο πλευρές να σέβονται τους αιχμαλώτους, φερόμενοι με ανθρωπιστικό τρόπο, εισάγοντας την πρακτική της αποστολής των αιχμαλώτων στη Μικρασία. Οι αναφορές σχετικά με αιχμαλώτους μετά το 1824, και το τέλος της δεύτερης επαναστατικής περιόδου είναι σπάνιες. Συνολικά ωστόσο, κατά την περίοδο αυτή, επιχειρείται μια εξομάλυνση της συμπεριφοράς και των δύο παρατάξεων, λόγω της εμπλοκής των ευρωπαϊκών δυνάμεων στο ζήτημα της Κρήτης, όπου σε μεγάλο βαθμό επηρεαζόταν από τις ειδήσεις για ακραίες συμπεριφορές και βιαιοπραγίες.


