Ήδη κατά τις βιαιοπραγίες εις βάρος του χριστιανικού πληθυσμού την άνοιξη του 1896 σε Χανιά και Ρέθυμνο, οι πρόξενοι των ευρωπαϊκών δυνάμεων είχαν ζητήσει την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στην Κρήτη με σκοπό την προστασία των υπηκόων τους. Η άφιξη, κατά το επόμενο διάστημα, πολεμικών πλοίων από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, συνέβαλε στην εξομάλυνση των εντάσεων και την ενίσχυση των πιέσεων προς την Πύλη, αποτρέποντας προσωρινά την παρέμβαση από μέρους του ελληνικού στρατού.
Ωστόσο, οι νέες αντιπαραθέσεις στις αρχές του 1897 με αφορμή την προσπάθεια εφαρμογής του Νέου Οργανισμού, ενέτειναν την αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ως λύση, αποφασίστηκε στις αρχές Φεβρουαρίου η αποστολή στην Κρήτη χερσαίων στρατευμάτων από μέρους της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ρωσίας, της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, με σκοπό την κατάληψη και κατοχή των μεγάλων πόλεων και την επιβολή της ειρήνευσης ανάμεσα στις δύο πλευρές, όπως και την παρεμπόδιση κάθε προσπάθειας για την κατάληψη του νησιού από μέρους της Ελλάδας. Ο δεύτερος αυτός στόχος δεν επετεύχθη, καθώς στις αρχές Φεβρουαρίου μια σημαντική στρατιωτική δύναμη υπό τον Τιμολέοντα Βάσσο αποβιβάστηκε στην περιοχή του Κολυμβαρίου στα δυτικά των Χανίων.


