Καθόλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, το λάδι παρέμενε στο επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας. Ο ετήσιος οικονομικός κύκλος, βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην εξαγωγή σημαντικού μέρους της συνολικής παραγωγής από τη Κρήτη προς τη Γαλλία, προσφέροντας ρευστότητα στην τοπική αγορά και δημιουργώντας έντονο ανταγωνισμό ανάμεσα στους ξένους και τους τοπικούς εμπόρους.
Η αποχώρηση των Γάλλων από την Ανατολική Μεσόγειο κατά τη δεκαετία του 1790 –λόγω της Γαλλικής Επανάστασης και των πολεμικών συγκρούσεων που ακολούθησαν– δημιούργησε ένα κενό, το οποίο επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν τόσο οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες όσο και οι τοπικοί παράγοντες. Χάρη στο κενό που δημιουργήθηκε, η συμμετοχή των τοπικών χριστιανών και μουσουλμάνων στη βιοτεχνία και το εμπόριο αυξήθηκε σημαντικά. Ωστόσο μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων και ειδικά από το 1818 και έπειτα, η προσπάθεια των Γάλλων να ανακτήσουν τον ρόλο τους στο τοπικό εμπόριο ευνόησε ορισμένους τοπικούς αγάδες που αποκόμισαν σημαντικά κέρδη. Παράλληλα όμως έπληξε άμεσα τους μικρότερους εμπόρους και τους παραγωγούς. Αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη έντονης δυσαρέσκειας, ευνοώντας τη δημιουργία ενός συγκρουσιακού υπόβαθρου.


