Κινητοποιήσεις από μέρους των χριστιανών της Κρήτης καταγράφονται σχεδόν κάθε χρόνο από το 1890 και έπειτα, ασκώντας έντονες πιέσεις στην οθωμανική διοίκηση, με αποκορύφωμα τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης το 1895 και την αντικατάσταση του Γενικού Διοικητή Τουρχάν Πασά από τον Αλέξανδρο Καραθεοδωρή. Ωστόσο, βασική αδυναμία των παραπάνω κινητοποιήσεων, αποτελούσε ο σποραδικός και ασύντακτος χαρακτήρας τους, σε συνδυασμό με την απουσία ενός ενιαίου στόχου και μιας κοινής ηγεσίας. Ενδεικτική της αμφισημίας που κυριαρχούσε, αποτελούσε η ταυτόχρονη προβολή του αιτήματος για την αποκατάσταση της Σύμβασης της Χαλέπας και της επιδίωξης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, παράλληλα με την επιβολή κάποιας μορφής αυτονομίας.
Κομβικό ρόλο στη μετεξέλιξη των επιμέρους τάσεων σε ένα ενιαίο και ισχυρό κίνημα, είχε η ανάμειξη του Μανούσου Κούνδουρου. Αγγλόφιλος και κατέχοντας διακεκριμένη θέση ως δικαστής στην περιοχή του Βάμου, ο Μ. Κούνδουρος θεώρησε στα τέλη του καλοκαιριού του 1895 ότι οι εσωτερικές συνθήκες σε συνδυασμό με τις διεθνείς αντιδράσεις που είχε προκαλέσει το Αρμενικό Ζήτημα, είχαν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια νέα εξέγερση. Στόχος του ήταν η μεταπολίτευση, η εξασφάλιση ενός ενδιάμεσου καθεστώτος αυτονομίας για την Κρήτη ή, αν αυτό ήταν εφικτό, η άμεση ένωση με το ελληνικό κράτος.


