Άμεσο επακόλουθο των ιδιαίτερα διευρυμένων εξουσιών που το Σύνταγμα του 1899 απέδιδε στον Ηγεμόνα, ήταν ο περιορισμός του ρόλου της Βουλής. Ανάμεσα στα δικαιώματα που του παραχωρήθηκαν, περιλαμβανόταν ο διορισμός 10 βουλευτών στο σύνολο των 72, ενώ μέχρι και τη σύγκληση της πρώτης Βουλής το 1901, είχε το δικαίωμα να νομοθετεί, να ελέγχει τον Τύπο, να υπογράφει συμβάσεις κ.ά., χωρίς να απαιτείται μεταγενέστερη έγκριση των ενεργειών του. Ακόμα και μετά το πέρας της συγκεκριμένης περιόδου, η Βουλή επρόκειτο να συνεδριάζει κάθε δύο έτη και για διάστημα μόλις δύο μηνών, έχοντας περιορισμένο ρόλο στην άσκηση της Νομοθετικής και Εκτελεστικής εξουσίας.
Οι συζητήσεις στο πλαίσιο της Βουλής του 1901 όπως και του 1903, με αφορμή ποικίλα ζητήματα και ειδικά εκείνα που αφορούσαν στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, ανέδειξαν την υποβόσκουσα δυσφορία σημαντικού μέρους των πληρεξουσίων επί της μέχρι τότε ασκούμενης πολιτικής του Ηγεμόνα και του Ηγεμονικού Συμβουλίου. Άμεσο επακόλουθο ήταν η δημιουργία ενός συγκρουσιακού πλαισίου ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, που τα επόμενα χρόνια οδήγησε στην οριστική ρήξη με αφορμή τα προβλήματα της οικονομίας, το ζήτημα της Ένωσης και τα γεγονότα του Θερίσου.


