Γενικές θέσεις
Μοναστήρια
Πόλεις
Οχυρά
Μονή Κυρίας Ακρωτηριανής και Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Τοπλού. Ονομάζεται συνήθως Μονή Τοπλού ή Ακρωτηριανή, λόγω της θέσης της στο ανατολικό άκρο του νησιού.
Δεν είναι σαφές πότε ιδρύθηκε η Μονή. Οι παλαιότερες αναφορές εντοπίζονται πριν από τον 15ο αιώνα. Λόγω της απομονωμένης θέσης της στο ανατολικό άκρο της Κρήτης, ήδη κατά την ενετική περίοδο αναφέρεται η ύπαρξη ισχυρών οχυρώσεων και οπλισμού με σκοπό την προστασία από πειρατικές επιδρομές.
Η ονομασία Τοπλού τής δόθηκε κατά τηνοθωμανική περίοδο, με αφορμή την ύπαρξη στη Μονή ενός κανονιού (τoπ). Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες για την οργάνωση κάποιας άμυνας, δεν στάθηκε εφικτό ν’ αποτραπούν οι επιδρομές. Με την κατάκτηση της Κρήτης, οι Οθωμανοί αξιωματούχοι έθεσαν τη Μονή υπό την προστασία τους, ενώ το 1704 ανακηρύχθηκε σε σταυροπηγιακή.

Κατά τον 19ο αιώνα, η οχυρωμένη νησίδα της Σπιναλόγκας κατοικούνταν αποκλειστικά από μουσουλμάνους. Για τον λόγο αυτό, αποτελούσε ένα ασφαλές καταφύγιο για τους μουσουλμάνους του Μεραμβέλλου και της Σητείας, κατά τη διάρκεια των επαναστατικών γεγονότων και των εξεγέρσεων. Έναν χρόνο περίπου μετά την έναρξη της επανάστασης του 1821, κατά την επέκτασή της προς τις ανατολικές επαρχίες, αποφασίστηκε ο αποκλεισμός του νησιού από τη μεριά της ξηράς, προκειμένου να αποτραπούν τυχόν επιδρομές των μουσουλμάνων. Το 1827 προτάθηκε η οργάνωση επιχείρησης για την κατάληψη του νησιού, στα πρότυπα εκείνης που είχε οδηγήσει στην πτώση της Γραμβούσας το 1825, χωρίς, ωστόσο, να πραγματοποιηθεί ποτέ. Κατά την επανάσταση του 1866, το νησί υπήρξε και πάλι καταφύγιο για τους μουσουλμάνους, ενώ διάφορες μάχες διεξήχθησαν στη γύρω περιοχή. Το 1904 το νησί εκκενώθηκε και μετετράπηκε σε λεπροκομείο.

Βρισκόμενη στο ανατολικότερο άκρο του νησιού, μακριά από τις μεγάλες πόλεις και τα κύρια εμπορικά δίκτυα, η Σητεία, όπως και οι περισσότερες από τις ανατολικές επαρχίες, δεν ακολούθησε άμεσα τη διαδρομή των άλλων περιοχών κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων του 19ου αιώνα. Παρά την απουσία άμεσης δράσης κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης του 1821, διάφορα πρόσωπα όπως ο Ιωάννης Κοντός, ο Ιωάννης Μακρής κ.ά., αναφέρεται ότι κατάγονταν από την περιοχή. Ο ρόλος της Σητείας ενισχύεται σημαντικά κατά την τελευταία επαναστατική περίοδο, όταν στα τέλη του 1828 οργανώθηκε γενική εισβολή από μέρους των επαναστατών. Η εκστρατεία υπήρξε επιτυχής, αποφέροντας πλούσια λάφυρα. Ωστόσο, οι διαθέσιμες δυνάμεις δεν επαρκούσαν για τη προάσπισή της και σύντομα ανακαταλήφθηκε από τους μουσουλμάνους. Σε αντίθεση με τα παραπάνω γεγονότα, τόσο κατά την επανάσταση του 1866, όσο και στις πολυάριθμες αντιπαραθέσεις που ακολούθησαν μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, η Σητεία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το Οροπέδιο Λασιθίου θεωρούνταν διαχρονικά ένα σημαντικό φυσικό οχυρό. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται σε όλες τις πηγές, τα πολυάριθμα περάσματα καθιστούσαν δύσκολη την υπεράσπισή του. Η πρώτη προσπάθεια για την κατάληψή του από τους μουσουλμάνους, στο πλαίσιο της επανάστασης του 1821, έγινε τον Σεπτέμβριο του 1822 αλλά αποκρούστηκε μετά από μάχες που έγιναν στην περιοχή της Πεδιάδας (Αβδού, Μοχός, Κράσι). Το επόμενο διάστημα οι κάτοικοι του Λασιθίου δήλωσαν υποταγή. Ωστόσο στις αρχές του 1823, οι μουσουλμάνοι επιτέθηκαν ξανά μέσω του Μεραμβέλλου, εισβάλοντας από τη μεριά του Καθαρού. Ο ανταρτοπόλεμος συνεχίστηκε στην ευρύτερη περιοχή, χωρίς να υπάρξουν νέες γενικευμένες συγκρούσεις. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και κατά την επανάσταση του 1866, με την εισβολή των Οθωμανών στο Οροπέδιο τον Μάιο του 1867, μάχες στη Μονή Κρουσταλένιας και Τιμίου Σταυρού, στο Ψυχρό, το Τζερμιάδο, το Μέσα Λασίθι και αλλού, αναγκάζοντας τους επαναστάτες να καταφύγουν στην κορυφή της Σελένας.

Κατά τον 19ο αιώνα, η Νεάπολη αναφέρεται στις πηγές ως Καινούριο Χωριό. Σύμφωνα με τον Κριτοβουλίδη, στο πλαίσιο της προσπάθειας για την επανέναρξη της επανάστασης στην Κρήτη τον Σεπτέμβριο του 1827 και μετά την αποβίβαση των επαναστατών, οι μουσουλμάνοι που είχαν μείνει στο Μεραμβέλλο κατέφυγαν εκεί. Από αυτούς, περίπου 295 οχυρώθηκαν στο σπίτι του αρχηγού τους Μασλούμη Καρακάση, όπου πολιορκήθηκαν. Μετά την εξολόθρευση από τους επαναστάτες των δυνάμεων που στάλθηκαν για να τους βοηθήσουν, οι πολιορκημένοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν λαμβάνονταν εγγυήσεις, οι οποίες ωστόσο δεν τηρήθηκαν. Κατά την επανάσταση του 1866, το Καινούριο Χωριό παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων υπό οθωμανικό έλεγχο. Με το τέλος της επανάστασης, ο Κωσταντίνος Αδοσίδης Πασάς την όρισε ως διοικητικό κέντρο του Λασιθίου, προχωρώντας σε σημαντικά έργα και παρεμβάσεις και καθιερώνοντας το όνομα Νεάπολη. Ωστόσο, κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας, το διοικητικό κέντρο μεταφέρθηκε στον Άγιο Νικόλαο.

Το σπήλαιο της Μιλάτου, όπως πολλά άλλα σπήλαια του νησιού, αποτέλεσε φυσικό καταφύγιο για τους αμάχους κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821. Σύμφωνα με τον Κριτοβουλίδη, τον Ιανουάριο του 1823, στο πλαίσιο της ευρύτερης εκστρατείας των μουσουλμάνων στην Ανατολική Κρήτη, περίπου 2000 άμαχοι και 500 ένοπλοι χριστιανοί κατέφυγαν εκεί, ελπίζοντας ότι η δράση των εχθρικών στρατευμάτων θα περιοριζόταν σε μια σύντομη επιδρομή. Ωστόσο, ο διοικητής τους Χασάν Πασάς, διέταξε τη στενή πολιορκία του σπηλαίου με τη χρήση κάθε μέσου, ακόμα και πυροβολικού. Διάφοροι επαναστάτες επιχείρησαν με επιθέσεις να βοηθήσουν τους πολιορκημένους, απέτυχαν όμως λόγω του μεγαλύτερου αριθμού και της υπεροπλίας των μουσουλμάνων. Χωρίς τα αναγκαία εφόδια και υπό συνεχή πίεση, οι χριστιανοί αποφάσισαν να παραδοθούν μετά από 15 μέρες πολιορκίας, δεχόμενοι την υπόσχεση του Χασάν Πασά, ότι δεν θα είχαν επιπτώσεις. Η συμφωνία αυτή παραβιάστηκε άμεσα, καθώς πολλοί εκτελέστηκαν επιτόπου, ενώ άλλοι αιχμαλωτίστηκαν προκειμένου να πουληθούν ως σκλάβοι.

Κατά την εισβολή τους στην περιοχή της Σητείας τον Δεκέμβριο του 1828, οι επαναστάτες κινήθηκαν αρχικά ενάντια στα Ρούκακα (Χρυσοπηγή), και από εκεί στις Λιθίνες. Οι περισσότεροι από τους μουσουλμάνους της Σητείας είχαν ήδη καταφύγει στη Σπιναλόγκα, την Ιεράπετρα και κάποιοι στον Χάνδακα, ωστόσο στον παλιό ενετικό πύργο στις Λιθίνες είχαν συγκεντρωθεί 140 ένοπλοι μουσουλμάνοι από όλες τις περιοχές μαζί με τις οικογένειές τους, συνολικά περίπου 400 άτομα. Καλά οχυρωμένοι, πολεμούσαν με πείσμα προκαλώντας σημαντικές απώλειες στους επαναστάτες. Διαπιστώνοντας ότι οι μουσουλμάνοι δεν επρόκειτο να παραδοθούν και αδυνατώντας να διατηρήσουν την πολιορκία, οι επαναστάτες προσέφυγαν στη συνήθη πρακτική, βάζοντας φωτιά στον πύργο με τη χρήση πυρίτιδας και διαφόρων εύφλεκτων υλών. Οι πολιορκημένοι, υπό το καθεστώς πανικού, δεν μπόρεσαν να τη σβήσουν, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν όλοι, μαζί και όλα τα γυναικόπαιδα που βρίσκονταν στον τρίτο όροφο του πύργου. Μόνο μια γυναίκα σώθηκε με τη βοήθεια των πολιορκητών.

Η Κριτσά αποτελούσε ένα από τα κεντρικά χωριά του Μεραμβέλλου. Υπήρξε στόχος των Οθωμανών κατά την επανάσταση του 1821 στο πλαίσιο της ευρύτερης επιχείρησης για την κατάληψη του Οροπεδίου. Η μεγάλη μάχη που έγινε στην περιοχή τον Ιανουάριο του 1823, είχε ως αποτέλεσμα τη συντριπτική ήττα των επαναστατών και την καταστροφή του χωριού. Κατά τις μετέπειτα επαναστάσεις, η Κριτσά παρέμεινε πεδίο συγκρούσεων των δύο παρατάξεων, ενώ αναφέρεται ως κόμβος μετακίνησης τόσο των επαναστατών όσο και των οθωμανικών στρατευμάτων.

Η Ιεράπετρα αποτελούσε μια από τις λίγες ανεπτυγμένες πόλεις-λιμάνια των νοτίων παραλίων της Κρήτης. Ωστόσο, στις αρχές του 19ου αιώνα, επρόκειτο για μια μικρή πόλη με στοιχειώδεις οχυρώσεις και υποδομές, ενώ το λιμάνι της είχε ουσιαστικά καταστραφεί. Κατά την επέκταση της επανάστασης του 1821 στην Ανατολική Κρήτη, στην Ιεράπετρα προσέφυγαν αρκετοί μουσουλμάνοι από τις γύρω περιοχές αναζητώντας προστασία. Από τον Ιούλιο του 1822 και έπειτα, διάφορες ένοπλες ομάδες προσπάθησαν να περιορίσουν τους μουσουλμάνους, στήνοντας ενέδρες στη γύρω περιοχή, ενώ στα τέλη του ίδιου έτους σχεδιάστηκε μια επιχείρηση από τους Αναγνώστη Κουσκουμπέ, Νικόλαο Ζερβό και άλλους οπλαρχηγούς, με σκοπό την κατάληψη της πόλης. Ωστόσο, η όλη προσπάθεια απέτυχε λόγω κακής οργάνωσης. Μάχες έγιναν στην περιοχή και κατά την επανάσταση του 1866. Ειδικότερα, στα τέλη του 1867, οι μουσουλμάνοι της Ιεράπετρας επιχείρησαν να κινηθούν προς το Μεραμβέλλο, ωστόσο ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, περιοριζόμενοι τα επόμενα χρόνια σε μικρές εξόδους.

Μετά την καταστροφή του πύργου που βρισκόταν στις Λιθίνες, οι επαναστάτες που είχαν εισβάλει τον Δεκέμβριο του 1828 στη Σητεία, κινήθηκαν κατά της Εθιάς ή Ετιάς. Στον Ενετικό πύργο που βρισκόταν εκεί, το περίφημο Σεράγι, είχαν συγκεντρωθεί 3.000 μουσουλμάνοι, ανάμεσά τους 600 ένοπλοι. Μετά από τρεις μέρες πολιορκίας, οι επαναστάτες τούς πρότειναν για δεύτερη φορά να παραδοθούν, υπό την απειλή να συμβεί ό,τι και στις Λιθίνες, δίνοντας την υπόσχεση ότι θα επιβιβάζονταν σε πλοία που θα τους μετέφεραν στην Ασία. Παρά την προσπάθεια να τηρηθεί η συμφωνία, κατά την πορεία των μουσουλμάνων προς τη θάλασσα συνέβησαν πολλά έκτροπα, κυρίως από τοπικούς ενόπλους που, αναζητώντας εκδίκηση, σκότωσαν αρκετούς ενώ πολλοί περισσότεροι ήταν όσοι αναγκάστηκαν να παραδώσουν με τη βία ό,τι πολύτιμο είχαν μαζί τους. Ωστόσο, οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν με πλοία της Κάσου στην Ασία, ενώ μια μικρή ομάδα μεταφέρθηκε από ένα αγγλικό πλοίο στον Χάνδακα.

Μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα, η περιοχή του Αγίου Νικολάου αποτελούσε ένα μικρό και ασφαλές λιμάνι, με ικανοποιητικό βάθος και εξαιρετικά προστατευμένο, χάρη στη μικρή νησίδα που βρισκόταν στην είσοδο του κόλπου. Η περιοχή, που ονομαζόταν Μανδράκι, διέθετε τελωνείο και αρκετές αποθήκες, δεν είχε όμως αξιόλογο πληθυσμό. Οι πρώτες ουσιαστικές παρεμβάσεις έγιναν στα τέλη της δεκαετίας του 1860, όταν ο Ομέρ Φεβζή Πασάς, ως Γενικός Διοικητής, θεώρησε ότι έπρεπε να δημιουργηθεί ένα νέο εμπορικό λιμάνι στην ανατολική Κρήτη, προκειμένου ν’ αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που προσέφερε το πρόσφατο άνοιγμα της διώρυγας του Σουέζ. Προοδευτικά κατά τα επόμενα χρόνια, τόσο η εμπορική δραστηριότητα όσο και ο αριθμός των κατοίκων του Αγίου Νικολάου αυξήθηκαν σε σημαντικό βαθμό, γεγονός που οδήγησε στην ενίσχυση των υποδομών αλλά και την ανάδειξή του στις αρχές του 20ού αιώνα, σε διοικητικό κέντρο του νομού Λασιθίου.

Ο οικισμός της Πόμπιας βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του κάμπου της Μεσαράς, κοντά στους βόρειους πρόποδες των Αστερουσίων. Στις πηγές δεν καταγράφονται ιδιαίτερες συγκρούσεις στην περιοχή, με εξαίρεση ορισμένες αψιμαχίες τόσο κατά την επανάσταση του 1821 όσο και του 1866. Ωστόσο, από την Πόμπια κατάγονταν αρκετοί διακεκριμένοι επαναστάτες, με πλέον χαρακτηριστική περίπτωση εκείνη του Μιχαήλ Κόρακα, ο οποίος είχε πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλες σχεδόν τις εξεγέρσεις και τις επαναστάσεις του 19ου αιώνα στην Κρήτη. Εξίσου αξιόλογη προσωπικότητα υπήρξε και ο Γεώργιος Κατεχάκης, στρατιωτικός με ιδιαίτερα δραστήρια πολεμική και πολιτική καριέρα.

Ο κόλπος του Μπαλί δεν αποτέλεσε σημείο σταθερής επαναστατικής δράσης, αλλά ένα από τα φυσικά λιμάνια που εξυπηρετούσαν τη θαλάσσια επικοινωνία, κυρίως των επαναστατών, με άλλες περιοχές εντός και εκτός της Κρήτης. Στις πηγές αναφέρεται ως σημείο απόβασης του Νικολάου Ρενιέρη, απεσταλμένου του Καποδίστρια στην Κρήτη το 1829. Αντίστοιχα, στο Μπαλί αποβιβάστηκε τον Σεπτέμβριο του 1866 ο Πάνος Κορωναίος, απ’ όπου στη συνέχεια μετακινήθηκε στο Αρκάδι και αργότερα ο Gustave Florans σε ένα από τα ταξίδια του προς την Κρήτη. Τα επόμενα χρόνια, αποτέλεσε ένα από τα κύρια σημεία προσέγγισης των πλοίων που μετέφεραν προμήθειες και ανθρώπους από και προς την Κρήτη. Η σχετική δραστηριότητα διακόπηκε μόνο μετά την οικοδόμηση σημαντικού αριθμού κουλέδων (πύργων) από τους Οθωμανούς, που τους επέτρεψαν να θέσουν υπό τον διαρκή έλεγχό τους την περιοχή.

Βρισκόμενος στους πρόποδες του Ψηλορείτη, ο Κρουσώνας είχε κεντρικό ρόλο στα επαναστατικά γεγονότα του 19ου αιώνα. Κατά την επανάσταση του 1821 και ειδικότερα τον Ιούλιο του 1822, όταν οι μουσουλμάνοι επιχείρησαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την ευρύτερη περιοχή του Μαλεβιζίου, εκεί στήθηκε μια μεγάλη ενέδρα. Ένα σώμα με περισσότερους από 300 μουσουλμάνους, καταδιώκοντας μια ομάδα Ανωγειανών, οδηγήθηκε στον Κρουσώνα όπου και περικυκλώθηκε από τους επαναστάτες. Οι μουσουλμάνοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην εκκλησία του Αγίου Χαράλαμπου όπου εξολοθρεύθηκαν. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε μια από τις πλέον ταπεινωτικές ήττες του μουσουλμανικού στρατού και οδήγησε στην αναδίπλωσή του στο Ηράκλειο. Τον Σεπτέμβριο του 1866 ο Κρουσώνας καταστράφηκε, στο πλαίσιο και πάλι της προσπάθειας τον Οθωμανών να ελέγξουν το νότιο Μαλεβίζι. Ωστόσο, το χωριό παρέμεινε επαναστατικό κέντρο, δεχόμενο πολυάριθμες επιθέσεις τόσο κατά το 1867 όσο και το επόμενο έτος, κυρίως από τις οθωμανικές δυνάμεις που έδρευαν στο Τυμπάκι.

Ως πεδινή περιοχή, το Καστέλλι Πεδιάδος δεν προσφερόταν για ιδιαίτερη επαναστατική δράση. Αποτελούσε ωστόσο, το διοικητικό κέντρο της περιοχής, ενώ εκεί υπήρχε και ένα μικρό οχυρό της ενετικής περιόδου. Ήδη κατά το 1822, στο Καστέλι είχαν εγκατασταθεί μουσουλμανικά στρατεύματα με σκοπό τον έλεγχο της γύρω περιοχής και την απόκρουση διαφόρων επιδρομών. Πιο έντονη δραστηριότητα καταγράφεται κατά την επανάσταση του 1866, όπου το Καστέλι μαζί με τα Μάλια, αποτέλεσαν βασικούς κόμβους για τη μετακίνηση του οθωμανικού στρατού στις ανατολικές επαρχίες και ειδικά προς το Οροπέδιο Λασιθίου. Από τον Μάιο του 1867 όπου εγκαταστάθηκαν πρόσθετες δυνάμεις στην περιοχή και μέχρι το τέλος της επανάστασης, το Καστέλλι έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στις επιχειρήσεις που διεξήγαγαν οι Οθωμανοί στην περιοχή. Αντίστοιχα, οι επιδρομές από μέρους των επαναστατών ήταν συνεχείς, με αποκορύφωμα τις συγκρούσεις στα τέλη Αυγούστου 1868 που σκοπό είχαν την παρεμπόδιση της κατασκευής κουλέδων (πύργων) στην περιοχή.

Ευρύτερα γνωστό ως το Μεγάλο Κάστρο ή Χάνδακας, το Ηράκλειο υπήρξε η τελευταία πόλη που πέρασε στα χέρια των Οθωμανών το 1669 και διοικητικό κέντρο του νησιού μέχρι το 1850. Για αρκετά χρόνια, το εμπόριο και η οικονομική δραστηριότητα ρυθμιζόταν από τους αυστηρούς κανόνες που είχαν επιβάλλει οι Οθωμανοί. Ωστόσο, κατά τον 19ο αιώνα, χάρη στην αναδιάταξη των εμπορικών δικτύων, το Ηράκλειο ανέκτησε την πρωτοκαθεδρία στο οικονομικό πεδίο, εξυπηρετώντας μέσω του λιμανιού του το σύνολο σχεδόν της εμπορικής δραστηριότητας της ανατολικής Κρήτης. Διαθέτοντας εκτεταμένες και ισχυρές οχυρώσεις, το Ηράκλειο παρέμεινε κατά τη διάρκεια του συνόλου του 19ου αιώνα στα χέρια των μουσουλμάνων. Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 25 Αυγούστου του 1898 στην πόλη, οδηγώντας στη δολοφονία από μέρος των μουσουλμάνων σημαντικού αριθμού χριστιανών όπως και Άγγλων στρατιωτών, αποτέλεσαν αφορμή για την απομάκρυνση του οθωμανικού στρατού από το νησί και την εγκαθίδρυση του καθεστώτος της Κρητικής Πολιτείας.

Αντίστοιχα με τη Σητεία, η Βιάννος υπήρξε μια από τις πλέον απομακρυσμένες περιοχές της ανατολικής Κρήτης, εξαιτίας της θέσης της στο νοτιοανατολικό άκρο του νομού Ηρακλείου, της ορεινής διαμόρφωσης του εδάφους και της απουσίας προσβάσεων από τη μεριά της θάλασσας. Λόγω της ιδιαιτερότητάς της, τα επαναστατικά γεγονότα στη συγκεκριμένη περιοχή υπήρξαν περιορισμένα. Στην πλειοψηφία τους αφορούσαν κυρίως επιδρομές, λ.χ. τον Σεπτέμβριο του 1822 δυνάμεις μουσουλμάνων που έδρευαν στη Χερσόνησο επέδραμαν στην περιοχή, όπως αντίστοιχα έπραξαν την ίδια περίοδο και άλλες δυνάμεις κατά την πορεία τους προς το Οροπέδιο Λασιθίου ή το Μεραμβέλλο. Παρόμοια δράση καταγράφεται και στην επανάσταση του 1866, με τοπικές συγκρούσεις επαναστατών με Οθωμανούς της Ιεράπετρας τον Δεκέμβριο του 1867. Μεγαλύτερη δραστηριότητα καταγράφεται στην περιοχή της Εμπάρου, όπου γίνονται αρκετές επιδρομές και η οποία τον Μάιο και ξανά τον Σεπτέμβριο του 1868, καταλαμβάνεται από τους επαναστάτες χωρίς, ωστόσο, να μπορέσουν να την κρατήσουν.

Η Αγία Βαρβάρα βρίσκεται σε κεντρική θέση επί της οροσειράς που χωρίζει το βόρειο από το νότιο τμήμα του Ηρακλείου και επί της κύριας οδού που ένωνε την πόλη του Ηρακλείου με τη Μεσαρά. Κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων του 1821 και του 1866, παρέμεινε υπό τον έλεγχο του οθωμανικού στρατού και αποτέλεσε, μαζί με τον Άγιο Μύρωνα και το Τυμπάκι, κέντρο ελέγχου των γύρω περιοχών. Σημαντικότερο, ίσως, γεγονός αποτελεί η καταστροφική για τους επαναστάτες μάχη της Αγίας Βαρβάρας τον Αύγουστο του 1823, που έγινε κοντά στον οικισμό και αποτελεί συμβολικά την αρχή του τέλους της δεύτερης επαναστατικής περιόδου. Κατά την επανάσταση του 1866, αναφέρεται η χρήση του χωριού ως βάση ομάδων που έκαναν επιδρομές στη γύρω περιοχή.

Το ενετικό οχυρό του Φραγκοκάστελλου, βρίσκεται στο νότιο άκρο μίας εκτεταμένης πεδινής περιοχής που, μέσω διαφόρων διαδρομών, συνδέεται με την περιοχή του Καλλικράτη στο δυτικό Ρέθυμνο, ενώ παραλιακά συνδέεται με την περιοχή των Σφακίων. Στις αρχές του 1828, στην περιοχή μεταφέρθηκε το μικρό σώμα ιππικού του Χατζημιχάλη Ταλιάνη, ο οποίος αρνούμενος τις συμβουλές των τοπικών οπλαρχηγών, αποφάσισε να πολεμήσει στο συγκεκριμένο σημείο τις μουσουλμανικές δυνάμεις που έσπευσαν στην περιοχή. Η ήττα των δυνάμεών του υπήρξε συντριπτική, ωστόσο η συγκεκριμένη μάχη θεωρείται σημαντική καθώς σηματοδοτεί την έναρξη της τρίτης επαναστατικής περιόδου (1828-1830). Κατά την επανάσταση του 1866, οι Οθωμανοί χρησιμοποίησαν συστηματικά την περιοχή μεταφέροντας δυνάμεις μέσω θαλάσσης και εγκαθιστώντας στρατόπεδο, με σκοπό να ελέγχουν τις διόδους προς τα Σφακιά και το Ρέθυμνο. Οι επαναστάτες δεν προσπάθησαν ν’ ανακαταλάβουν την περιοχή, ωστόσο καταγράφονται πολυάριθμες επιθέσεις σε ομάδες που κινούνταν από και προς το Φραγκοκάστελλο.

Ήδη από την ενετική περίοδο, το Ρέθυμνο αποτελούσε την τρίτη σε μέγεθος πόλη της Κρήτης. Υπήρξε ενδιάμεσος σταθμός στις χερσαίες και θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές ανάμεσα στα Χανιά και το Ηράκλειο αλλά και αξιόλογο εμπορικό λιμάνι με πλούσια ενδοχώρα. Η πόλη δεν είχε σημαντική οχύρωση, αντίστοιχη των άλλων πόλεων, ωστόσο διέθετε το ιδιαίτερα ισχυρό οχυρό της Φορτέτσας στο βορειοδυτικό τμήμα της πόλης. Για τον λόγο αυτό το Ρέθυμνο υπήρξε η μόνη πόλη την οποία επιχείρησαν να καταλάβουν, χωρίς να το επιτύχουν, οι χριστιανοί στο πλαίσιο της επανάστασης του 1821, με βάση το σχέδιο που είχε καταστρώσει την άνοιξη του 1822 ο Γάλλος αξιωματικός Joseph Balestra. Μια δεύτερη απόπειρα πολιορκίας καταγράφεται το 1829 υπό τις εντολές του τότε εκπροσώπου του Καποδίστρια, John (Johann) Hane. Αντίστοιχες προσπάθειες δεν εντοπίζονται τα επόμενα χρόνια, ωστόσο σε κάθε επαναστατική κινητοποίηση ή εξέγερση, πολυάριθμες μάχες και συγκρούσεις καταγράφονται σε περιοχές γύρω από την πόλη.

Η ιδιαίτερη θέση της Μονής Πρεβέλης στο νοτιοδυτικό άκρο της επαρχίας του Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, όπως και ο ιδιαίτερος πλούτος της, την κατέστησε έναν από τους πρώτους στόχους των μουσουλμάνων κατά την επανάσταση του 1821. Σύμφωνα με τον Δημήτριο Παπαδοπετράκη, πριν ακόμα το ξέσπασμα της επανάστασης, η Μονή δέχθηκε επίθεση από τους Αμπαδιώτες μουσουλμάνους από την περιοχή του Αμαρίου. Η Μονή καταστράφηκε και λεηλατήθηκε, ενώ πολλοί από τους καλόγερους σφαγιάστηκαν. Ο ηγούμενός της, Μελχισεδέκ Τσουδερός, κατάφερε να διαφύγει, αναλαμβάνοντας στη συνέχεια μαζί με τους αδελφούς του, Ιωάννη και Γεώργιο Τσουδερό, ηγετικό ρόλο στην επανάσταση. Κατά την επανάσταση του 1866, η Μονή Πρεβέλης αξιοποιήθηκε ως επαναστατικό κέντρο, ενώ η κοντινή παραλία αποτέλεσε χώρο προσέγγισης των πλοίων που έφερναν εφόδια και ενισχύσεις στους επαναστάτες. Το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή της Μονής από τις οθωμανικές δυνάμεις υπό τον Ρεσίτ Πασά. Ωστόσο, σύντομα ανασυγκροτήθηκε και χρησιμοποιήθηκε και πάλι στο πλαίσιο της Μεταπολιτευτικής Επανάστασης.

Το σπήλαιο του Μελιδονίου βρίσκεται σε μικρή απόσταση βορειοδυτικά του ομώνυμου χωριού στο Ρέθυμνο. Στον χώρο αυτό κατέφυγαν το φθινόπωρο του 1823 περίπου 340 άμαχοι και 30 ένοπλοι, ελπίζοντας ότι οι μουσουλμανικές δυνάμεις υπό τον Χασάν Πασά, θα έφευγαν σύντομα χωρίς να τους πειράξουν, όπως είχε συμβεί το 1822. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο, οι μουσουλμάνοι απέκλεισαν τη σπηλιά και την πολιόρκησαν. Αρχικά τους ζητήθηκε να παραδοθούν χωρίς επιπτώσεις, ωστόσο λόγω της αθέτησης από τον Χασάν της ίδιας υπόσχεσης κατά την πολιορκία του σπηλαίου της Μιλάτου, οι χριστιανοί αρνήθηκαν. Έγιναν προσπάθειες για την αποστολή βοήθειας, όμως μετά την ήττα στη μάχη της Αγίας Βαρβάρας τον Αύγουστο, οι επαναστάτες είχαν πλήρως αποδιοργανωθεί. Αφού απέτυχαν να καταλάβουν με έφοδο τη σπηλιά, τον Ιανουάριο του 1824 οι μουσουλμάνοι έκαναν μια οπή στην οροφή του σπηλαίου και έριξαν εύφλεκτες ύλες στο εσωτερικό βάζοντας φωτιά, με αποτέλεσμα όλοι οι πολιορκημένοι να πεθάνουν από τον καπνό και τις αναθυμιάσεις.

Η περιοχή του Αλμυρού αποτελούσε κομβικό σημείο της χερσαίας διαδρομής ανάμεσα στα Χανιά και το Ρέθυμνο. Στην περιοχή υπήρχε ενετικό οχυρό που αποτέλεσε το καλοκαίρι του 1821 έναν από τους πρώτους στόχους των επαναστατών, επειδή είχε μικρή φρουρά και ανεπαρκείς οχυρώσεις. Κοντά στο ίδιο σημείο επιχείρησαν να αμυνθούν οι επαναστάτες κατασκευάζοντας πρόχειρα χαρακώματα τον Αύγουστο του ίδιου έτους, για να ηττηθούν κατά κράτος από τους Οθωμανούς στη μάχη που ακολούθησε. Ο σημερινός οικισμός είναι μεταγενέστερος, καθώς δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ το 1898 ονομάστηκε Γεωργιούπολη προς τιμήν του Πρίγκιπα Γεωργίου, Υπάτου Αρμοστή της Κρήτης.

Στα τέλη Ιουνίου του 1823 ο Εμμανουήλ Τομπάζης, ως Αρμοστής της Κρήτης, συγκάλεσε γενική συνέλευση στο ορεινό χωριό της Αρκούδαινας (σήμερα Αρχοντική) του Ρεθύμνου. Παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσε η απόφαση των Σφακιανών να προσέλθουν ένοπλοι, το αποτέλεσμα ήταν η θέσπιση της Ενιαυσίου Κρητικής Πολιτείας, εκφράζοντας την κοινή πρόθεση των επαναστατημένων χριστιανών για την καθιέρωση ενός ενιαίου διοικητικού και πολιτικού συστήματος. Τον Αύγουστο του 1828 η Αρκούδαινα αποτέλεσε έναν από τους στόχους των μουσουλμάνων, στο πλαίσιο των επιθέσεων που σκοπό είχαν την εκδίκηση για τον θάνατο του γενιτσάρου Αγριολίδη στην περιοχή της Μεσαράς. Κατά την επανάσταση του 1866, η Αρκούδαινα είχε και πάλι ιδιαίτερο ρόλο λόγω της θέσης επί της διαδρομής που οδηγούσε στον Καλλικράτη και την ευρύτερη περιοχή των Σφακίων. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1866 ο Μουσταφά Πασάς κατέλαβε την περιοχή, επιδιώκοντας τη συνθηκολόγηση των Σφακιανών, ενώ αποτέλεσε επίκεντρο πολυάριθμων συγκρούσεων ανάμεσα στους επαναστάτες και τον οθωμανικό στρατό.

Τοποθετημένη επί της βασικής οδού που ένωνε το βόρειο με το νότιο Ρέθυμνο και χάρη στην καλή οχύρωσή της, η Μονή Αρκαδίου χρησιμοποιήθηκε ως έδρα στρατιωτικών δυνάμεων ήδη από την επανάσταση του 1821. Στις αρχές του 1822, οι επαναστάτες με αρχηγό τον Γεώργιο Δεληγιαννάκη κατάφεραν να την καταλάβουν, αιφνιδιάζοντας την οθωμανική φρουρά. Αντίστοιχος ήταν και ο ρόλος της στην επανάσταση του 1866 όπου αποτέλεσε καταφύγιο για τους αμάχους των γύρω περιοχών. Τον Οκτώβριο του 1866, ο Γενικός Διοικητής Κρήτης Μουσταφά Πασάς ζήτησε από την Επαναστατική Επιτροπή να εγκαταλείψει τη Μονή. Ένα μήνα αργότερα, στις αρχές Νοεμβρίου, ο οθωμανικός στρατός πολιόρκησε και κατέλαβε το Αρκάδι, ενώ ακολούθησε η ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης και ο θάνατος όσων είχαν καταφύγει εκεί, κυρίως αμάχων. Το μοναστήρι χρησιμοποιήθηκε και κατά τις επαναστάσεις των επόμενων ετών, με αποκορύφωμα τη θριαμβευτική υποδοχή τον Οκτώβριο του 1897, των πληρεξουσίων της Γενικής Συνέλευσης, μετά την αρχική ανακήρυξη της αυτονομίας.

Η συμμετοχή των Ανωγείων στις επαναστάσεις του 19ου αιώνα, συνδέεται με την ορεινή διαμόρφωση της περιοχής αλλά και την κομβική θέση του χωριού επί των διαδρομών που ένωναν τη δυτική με την ανατολική Κρήτη. Τον Απρίλιο του 1822, οι κάτοικοι των Ανωγείων συμμετείχαν σε μάχη στη θέση Σκλαβόκαμπος, βόρεια του χωριού, επιτυγχάνοντας την απόκρουση ομάδας μουσουλμάνων του Ηρακλείου. Αντίστοιχα, τον Αύγουστο του ίδιου έτους, πρωταγωνίστησαν στην ενέδρα που στήθηκε και πάλι στον Σκλαβόκαμπο, με σκοπό την ανακοπή της πορείας των αιγυπτιακών στρατευμάτων υπό τον Χασάν Πασά προς τα ανατολικά του νησιού. Επακόλουθο της δράσης των Ανωγειανών, ήταν η συνολική καταστροφή του χωριού τους στις αρχές Ιουλίου του 1822 από δυνάμεις του Σερίφ Πασά, στρατιωτικού διοικητή του Ηρακλείου. Ωστόσο, οι επιθέσεις που ακολούθησαν, ανάγκασαν τους μουσουλμάνους να υποχωρήσουν. Τα Ανώγεια, καταστράφηκαν και πάλι στο πλαίσιο της επανάστασης του 1866, μετά τη δεύτερη ήττα των επαναστατών στη μάχη του Καμαριώτη στα μέσα Ιανουαρίου του 1867 και την προέλαση των Ρεσίτ και Ομέρ Πασά στην περιοχή.

Η ευρύτερη περιοχή των Σφακίων περιλαμβάνει διάφορους οικισμούς, με κυριότερους τη Χώρα Σφακίων, το Λουτρό, την Ανώπολη, το Μουρί κ.ά. Λόγω της ορεινής διαμόρφωσης του χώρου, τα Σφακιά επικοινωνούσαν με το υπόλοιπο νησί είτε μέσω της θαλάσσης είτε από τα δύσκολα ορεινά περάσματα, με κυριότερο το φαράγγι της Ίμπρου. Αντίστοιχα, λόγω των περιορισμένων καλλιεργούμενων εδαφών, το μεγαλύτερο μέρος της τοπικής οικονομίας επικεντρώθηκε στην κτηνοτροφία και το θαλάσσιο εμπόριο, που ασκούνταν παράλληλα με την πειρατεία. Αποτέλεσμα των παραπάνω παραγόντων ήταν οι Σφακιανοί να αποτελούν τη μόνη ένοπλη και εμπειροπόλεμη ομάδα χριστιανών στην Κρήτη κατά το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821. Ο ρόλος τους κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων υπήρξε καταλυτικός για την επιβίωση και επικράτηση της επανάστασης. Ωστόσο, τα Σφακιά καταστράφηκαν ολοσχερώς δύο φορές, τον Αύγουστο του 1821 και τον Απρίλιο του 1824. Κατά τα επόμενα χρόνια, η αποτροπή της συμμετοχής των Σφακιανών στις διάφορες κινητοποιήσεις αποτελούσε βασικό στόχο της πολιτικής της οθωμανικής διοίκησης.

Το μικρό οροπέδιο του Ασφένδου αποτελούσε κομβικό σημείο επί της ανατολικής διαδρομής από το Ρέθυμνο προς τα Σφακιά μέσω της περιοχής του Καλλικράτη, όπως και επί της διαδρομής προς το Φραγκοκάστελλο. Αυτό είχε ως επακόλουθο ν’ αποτελέσει πεδίο σημαντικών συγκρούσεων κατά τη διάρκεια όλων σχεδόν των επαναστάσεων και εξεγέρσεων του 19ου αιώνα. Η πρώτη μεγάλη μάχη εντοπίζεται τον Ιούλιο του 1821 όταν οι Σφακιανοί κατάφεραν να παγιδεύσουν και να εξολοθρεύσουν μία ισχυρή ομάδα μουσουλμάνων του Ρεθύμνου που είχε σταλεί για να καταστρέψει τα Σφακιά. Τα επόμενα χρόνια, και ειδικά κατά την επανάσταση του 1866, οι Οθωμανοί έδωσαν ιδιαίτερο βάρος στον έλεγχο του Ασφένδου, δεσμεύοντας σημαντικές δυνάμεις στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να ελέγξουν την περιοχή και να αποτρέψουν τη συμμετοχή των Σφακιανών στις συγκρούσεις. Το 1877 επιχειρήθηκε να οργανωθεί μεγάλη συγκέντρωση με σκοπό την προετοιμασία εξέγερσης, η οποία, ωστόσο, απέτυχε λόγω της περιορισμένης προσέλευσης.

Αντίστοιχα με εκείνο του Ασφένδου, το οροπέδιο του Ασκύφου βρίσκεται επί της κεντρικής διαδρομής που ένωνε τον Αποκόρωνα με τα Σφακιά μέσω του φαραγγιού της Κράπης. Εκεί, τον Ιούνιο του 1821 δόθηκε μια από τις πρώτες νικηφόρες μάχες για τους επαναστάτες. Ωστόσο, τον Αύγουστο αναφέρεται η κατάληψη της περιοχής στο πλαίσιο της πρώτης καταστροφής των Σφακίων, όπως αντίστοιχα συνέβη και τον Απρίλιο του 1824. Το 1828, όταν ξεκίνησε εκ νέου η επανάσταση, οργανώθηκε πολεμικό συμβούλιο στο Ασκύφου, ενώ αντίστοιχη συνάντηση οργανώθηκε και στο πλαίσιο της εξέγερσης του 1841. Κατά την επανάσταση του 1866, χρησιμοποιήθηκε και πάλι από τους επαναστάτες. Ωστόσο, οι Οθωμανοί κατάφεραν αρκετές φορές να το θέσουν υπό τον έλεγχό τους, εδραιώνοντας την παρουσία τους μέσω της κατασκευής κουλέδων. Συγκρούσεις καταγράφονται και κατά τα επόμενα χρόνια, όπως τον Σεπτέμβριο του 1892, ενώ το 1895 το Ασκύφου αποτέλεσε μία από τις έδρες της Κεντρικής Επιτροπής Μεταπολιτεύσεως Κρήτης.

Σε μικρή απόσταση από τα Σφακιά και σε απόκρημνη θέση στη νότια έξοδο του φαραγγιού της Σαμαριάς, η Αγία Ρουμέλη αποτέλεσε φυσικό καταφύγιο για μεγάλο μέρος του τοπικού πληθυσμού, ειδικά κατά την καταστροφή των Σφακίων τον Αύγουστο του 1821 και τον Απρίλιο του 1824. Ακόμα πιο σημαντικός ήταν ο ρόλος της κατά την επανάσταση του 1866, όπου χρησιμοποιήθηκε για την αποβίβαση πολεμοφοδίων και ενόπλων ομάδων από τα ατμόπλοια που τροφοδοτούσαν τους επαναστάτες. Για τον λόγο αυτό οι Οθωμανοί επιχείρησαν επανειλημμένως και μέσα από διαδοχικές συγκρούσεις να καταλάβουν την περιοχή, χωρίς να καταφέρουν ποτέ να εδραιώσουν την παρουσία τους. Αντιθέτως, τον Δεκέμβριο του 1866 η Αγία Ρουμέλη ορίστηκε ως έδρα της Γενικής Συνέλευσης. Η περιοχή κατελήφθη μόλις τον Νοέμβριο του 1868, λίγο πριν το τέλος της επανάστασης.

Κατά τον 18ο και μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα, τα Χανιά αποτελούσαν το οικονομικό κέντρο της Κρήτης, λόγω της εξαγωγής προς τις ευρωπαϊκές χώρες μέσω του λιμανιού της πόλης και της Σούδας, των σημαντικών ποσοτήτων λαδιού που παραγόταν κυρίως στην πεδιάδα του Αποκόρωνα. Καλά οχυρωμένη, με μεγάλο λιμάνι και πολυάριθμο μουσουλμανικό πληθυσμό, η πόλη παρέμεινε στα χέρια των μουσουλμάνων κατά τη διάρκεια των διαφόρων εξεγέρσεων και επαναστάσεων. Το 1850 αποφασίστηκε η μεταφορά από το Ηράκλειο στα Χανιά του διοικητικού κέντρου του νησιού, λόγω της μικρής απόστασης από τον κόλπο της Σούδας. Στο πλαίσιο των γεγονότων που ακολούθησαν τη Μεταπολιτευτική Επανάσταση, τα Χανιά βρέθηκαν στο προσκήνιο τον Μάιο του 1896, λόγω των επιθέσεων που εξαπέλυσαν οι μουσουλμάνοι στις χριστιανικές συνοικίες της πόλης. Οι συγκρούσεις και οι σφαγές που ακολούθησαν είχαν σαν επακόλουθο την ανάμειξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων και την απόφαση για την αποστολή διεθνούς στρατιωτικής δύναμης στην Κρήτη.

Ο κόλπος της Σούδας αποτελεί ακόμα και σήμερα το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο φυσικό λιμάνι του νησιού. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του υπήρξε κομβικός για τη διεξαγωγή του εμπορίου, ενώ κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων αποτέλεσε την κύρια πύλη για την άφιξη οθωμανικών και άλλων στρατιωτικών δυνάμεων και εφοδίων. Το 1872, ο Γενικός Διοικητής Ρεούφ Πασάς προχώρησε στην κατασκευή του οικισμού Αζιζιέ, όπου μεταφέρθηκαν οι μουσουλμάνοι που κατοικούσαν στο νησάκι της Σούδας, όπως και στην επισκευή και επέκταση του ναυστάθμου κατά την περίοδο 1874-1875. Στον χώρο αυτό υπήρχαν ναυπηγεία, αποθήκες, όπως και εργαστήρια επισκευών και κατασκευής πυρομαχικών του οθωμανικού ναυτικού. Η Σούδα αποτέλεσε τη βάση του στόλου και μέρος του στρατού των ευρωπαϊκών δυνάμεων κατά την περίοδο 1896-1909. Στη νησίδα Σούδα, στην είσοδο του κόλπου, παρέμενε συμβολικά υψωμένη η σημαία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 1913, οπότε και αντικαταστάθηκε από την ελληνική.

Ο ορεινός όγκος της Μαλάξας στα νοτιοδυτικά των Χανίων αποτελεί ένα φυσικό φρούριο, ενώ δεσπόζει στον κόλπο της Σούδας. Κατά την επανάσταση του 1821 αποτέλεσε το βασικό οχυρό των επαναστατών στον Αποκόρωνα, επιτρέποντάς τους να ελέγχουν τις κινήσεις των μουσουλμάνων σε Χανιά και Σούδα. Άλλαξε πολλές φορές χέρια, ενώ το 1828, στο πλαίσιο της δεύτερης επαναστατικής περιόδου, αποτέλεσε μια από τις πρώτες περιοχές που κατέλαβαν οι επαναστάτες. Κατά την έναρξη της επανάστασης του 1866, οι οθωμανικές δυνάμεις έθεσαν την περιοχή υπό τον έλεγχό τους κατασκευάζοντας ένα οχυρό φυλάκιο και συνδέοντάς το με το χωριό Κάμποι στα νότια, όπου στρατοπέδευαν σημαντικές δυνάμεις. Με τον τρόπο αυτό απέκρουσαν το σύνολο των επιθέσεων από μέρους των επαναστατών. Τα επόμενα χρόνια στη Μαλάξα διεξήχθη Γενική Συνέλευση τον Ιανουάριο του 1897, στο πλαίσιο της Μεταπολιτευτικής Επανάστασης, ενώ αποτέλεσε και πεδίο σύγκρουσης με τον ρωσικό στρατό κατά το κίνημα του Θερίσου το 1905.

Το Κολυμπάρι βρίσκεται δυτικά της πόλης των Χανίων, επί του δρόμου που οδηγούσε στη Μονή Γωνιάς, διαχρονικό κέντρο των τοπικών επαναστάσεων. Πρόκειται για πρόσφατο οικισμό καθώς δημιουργήθηκε μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα. Αφορμή υπήρξε η αποβίβαση στο σημείο αυτό, τον Φεβρουάριο του 1897, των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων υπό τον Τιμολέοντα Βάσσο, που σκοπό είχαν την κατάληψη του νησιού και την υπεράσπιση του χριστιανικού πληθυσμού ενάντια στις βιαιοπραγίες των μουσουλμάνων. Το γεγονός αυτό, αποτέλεσε την αφορμή για τον, καταστροφικό για την Ελλάδα, πόλεμο του 1897 με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατά την εξέγερση του Θερίσου το 1905, η περιοχή του Κολυμπαρίου, όπως και το Καστέλι Κισάμου, κατελήφθησαν από τον ρωσικό στρατό, χωρίς να υπάρξουν περεταίρω αντιπαραθέσεις.

Το Καστέλι Κισσάμου αποτελούσε διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο που έλεγχε τον κόλπο της Κισσάμου και τις γύρω περιοχές, όπως και την πρόσβαση στο Σέλινο. Η συγκεκριμένη περιοχή είχε ιδιαίτερη σημασία για τις ναυτικές μεταφορές. Ωστόσο, η οχύρωση του τοπικού φρουρίου ήταν ανεπαρκής και παρωχημένη. Η πρώτη προσπάθεια κατάληψής του από τους επαναστάτες τον Δεκέμβριο του 1822, απέτυχε. Κατελήφθη κατά τη δεύτερη προσπάθεια την άνοιξη του 1823, μετά από μακρά πολιορκία και με τη βοήθεια ενισχύσεων υπό τον Εμμανουήλ Τομπάζη. Στο πλαίσιο της επιχείρησης της Γραμβούσας το 1825, κατελήφθη και πάλι με αιφνιδιασμό αλλά εγκαταλείφθηκε άμεσα. Αντίστοιχη δραστηριότητα υπήρξε και κατά τον Νοέμβριο του 1866, όταν πολιορκήθηκε από ομάδα επαναστατών, χωρίς επιτυχία, όπως αντίστοιχα και το 1897, όπου η πολιορκία λύθηκε με παρέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Νέα δραστηριότητα καταγράφεται κατά το κίνημα του Θερίσου το 1905, καθώς τον Ιούνιο κατελήφθη από τους εξεγερμένους, για ν’ ανακαταληφθεί ένα μήνα αργότερα από τον ρωσικό στρατό.

Η Κάντανος αποτελούσε μια από τις λίγες περιοχές της Κρητικής ενδοχώρας με πλειοψηφία μουσουλμανικού πληθυσμού. Παράλληλα, αποτελούσε μια εξαιρετικά οχυρή θέση με ιδιαίτερα πλούσια παραγωγή λαδιού. Για τους λόγους αυτούς υπήρξε ένας από τους πρώτους στόχους των χριστιανών κατά την επανάσταση του 1821. Μετά από διαδοχικές, αποτυχημένες προσπάθειες, μια μεγάλη επιχείρηση οργανώθηκε τον Ιούνιο του 1823. Αποκλεισμένοι από όλες τις πλευρές, οι μουσουλμάνοι της Καντάνου προχώρησαν σε συμφωνία που τους επέτρεπε να φύγουν για τα Χανιά. Ωστόσο, πολλοί από τους επαναστάτες τούς κατεδίωξαν και τους αποδεκάτισαν. Μεγάλη μάχη έγινε στην Κάντανο και τον Αύγουστο του 1866. Παρά την αποστολή σημαντικών οθωμανικών δυνάμεων, οι μουσουλμάνοι της περιοχής επιχείρησαν και πάλι να καταφύγουν στα Χανιά, οδηγώντας στην επανάληψη των γεγονότων του 1823. Τον Ιανουάριο του 1897, η Κάντανος τέθηκε και πάλι υπό πολιορκία. Ακολούθησε τον Φεβρουάριο η εκκένωση, ξανά, της περιοχής, αυτή τη φορά υπό την προστασία των ευρωπαϊκών δυνάμεων

Η κατασκευή του φρουρίου του Ιτζεδίν, στον κόλπο της Σούδας, εντάσσεται στο πλαίσιο της μαζικής κατασκευής μικρών κουλέδων (πύργων) και οχυρών σε όλο το νησί με σκοπό την καταστολή της επανάστασης του 1866. Εξίσου σημαντική παράμετρο αποτέλεσε και η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ το 1869 και η προοπτική αναβάθμισης της Κρήτης ως εμπορικού σταθμού, καθιστώντας αναγκαία την ενίσχυση της προστασίας του ναυστάθμου της Σούδας. Η κατασκευή του νέου οχυρού, ξεκίνησε κατά την περίοδο διοίκησης του Ρεούφ Πασά το 1871 και ολοκληρώθηκε το 1875. Ονομάστηκε Ιτζεδίν προς τιμήν του Γιουσούφ Ιτζεδίν Εφέντη, γιου και πιθανού διαδόχου του Σουλτάνου. Ένα δεύτερο μικρό οχυρό-πύργος, κατασκευάστηκε στο ύψωμα της αρχαίας Άπτερας, προκειμένου να ενισχυθεί η άμυνα του φρουρίου από τον νότο. Λόγω της ιδιαίτερης θέσης και του ρόλου του, το Ιτζεδίν αποτέλεσε στόχο των εξεγερμένων σε όλες σχεδόν τις κινητοποιήσεις που ακολούθησαν, όπως και στο πλαίσιο του κινήματος του Θερίσου το 1905.

Λόγω της ορεινής οχυρής του θέσης, το Θέρισο είχε κεντρικό ρόλο στις επαναστάσεις του 19ου και του 20ού αιώνα. Η έναρξη της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη και η πρώτη ένοπλη σύγκρουση στα μέσα Ιουνίου, συνδέεται άμεσα με τη συγκεκριμένη περιοχή. Αντίστοιχη δραστηριότητα υπήρξε και κατά την εξέγερση του 1841, ενώ κατά την έναρξη της νέας επανάστασης το 1866, το Θέρισο αποτέλεσε για ένα διάστημα έδρα της Επαναστατικής Επιτροπής. Πολυάριθμες συγκρούσεις καταγράφονται το 1867, όπως και το επόμενο έτος, ωστόσο οι μουσουλμάνοι εξασφάλισαν τον έλεγχο της περιοχής μόνο με την κατασκευή πύργων (φυλακίων) τον Αύγουστο του 1868. Η περιοχή αναδείχθηκε σε επαναστατικό κέντρο για άλλη μια φορά τον Απρίλιο του 1905, κατά το κίνημα της τριανδρίας των Ελευθερίου Βενιζέλου, Κωνσταντίνου Μάνου και Κωνσταντίνου Φούμη. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, πραγματοποιήθηκε εκεί η σύγκλιση της Επαναστατικής Συνέλευσης, όπου αποφασίστηκε η λήξη του αγώνα και η αποδοχή της συμφωνίας με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Κατασκευασμένο από τους Ενετούς σε μια θέση με ισχυρή φυσική οχύρωση, το φρούριο της Γραμβούσας δέσποζε επί των ναυτικών διαδρομών στα ανατολικά της Κρήτης. Για τον λόγο αυτό, τον Δεκέμβριο του 1823 επιχειρήθηκε η κατάληψή του, μέσω μιας βιαστικά σχεδιασμένης επιχείρησης που κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία. Κατά τη δεύτερη προσπάθεια το 1825, το οχυρό κατελήφθη με αιφνιδιασμό. Τα επόμενα χρόνια η Γραμβούσα αναδείχθηκε σε καταφύγιο για τους χριστιανούς αλλά και σε μεγάλο πειρατικό κέντρο, οδηγώντας στην κατάληψη της περιοχής από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις στις αρχές του 1828. Με το τέλος της επανάστασης πέρασε στα χέρια των Αιγυπτίων, ενώ στο ενδιάμεσο καταγράφεται μια ακόμα αποτυχημένη προσπάθεια κατάληψής του από τους επαναστάτες. Κατά την έναρξη της επανάστασης του 1866, προτάθηκε και πάλι η κατάληψη του φρουρίου, σχέδιο που ποτέ δεν υλοποιήθηκε, καθώς, λόγω των νέων όπλων και των τεχνικών μέσων, η στρατηγική σημασία του είχε χαθεί.

Αντίστοιχα με τα περισσότερα από τα χωριά του Αποκόρωνα και λόγω της θέσης τους κοντά στη Σούδα, οι Αρμένοι αποτέλεσαν πεδίο διαδοχικών συγκρούσεων κατά την έναρξη της επανάστασης του 1821. Παρά τη διαρκή απειλή από τους μουσουλμάνους των Χανίων, τον Μάιο του 1822 οι Αρμένοι επελέγησαν προκειμένου να διεξαχθεί εκεί η πρώτη Γενική Συνέλευση των επαναστατών (Συνέλευση των Αρμένων) που οδήγησε στην ανακήρυξη της Προσωρινής Πολιτείας της Νήσου Κρήτης. Με αφορμή το γεγονός αυτό, στο χωριό δόθηκε το τιμητικό όνομα Ελευθερούπολη, χωρίς να επικρατήσει. Μάχες έγιναν γύρω από το χωριό και στις αρχές της επανάστασης του 1866 και ξανά το 1878. Κατά τα γεγονότα του 1897, οι Αρμένοι αποτέλεσαν τον χώρο μιας ακόμα Γενικής Συνέλευσης, στο πλαίσιο της οποίας εκδηλώθηκε η σφοδρή αντιπαράθεση ανάμεσα στους Ενωτικούς υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο και στους Αυτονομιστές υπό τον Μανούσο Κούνδουρο.

Το Ακρωτήριο αποτελούσε πάντα μια εύφορη περιοχή με εξαιρετική φυσική ομορφιά και αρκετά παλαιά μοναστήρια, όπως το Καθολικό, τη μονή της Αγίας Τριάδας-Τσαγκαρόλων και του Γκουβερνέτου. Παρά την ιδιαίτερη διαμόρφωση του χώρου και τη μικρή απόσταση από την πόλη των Χανίων, τον Απρίλιο του 1822 ο Γρηγόριος Δαμιανός προσπάθησε να εκκαθαρίσει την περιοχή από τους μουσουλμάνους και να οχυρώσει τα περάσματα, μετατρέποντας το Ακρωτήριο σε οχυρό των επαναστατών. Ωστόσο, κατά την άφιξη των αιγυπτιακών δυνάμεων λίγους μήνες αργότερα, οι επαναστάτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την περιοχή υπό τον φόβο του αποκλεισμού. Δραστηριότητα υπήρξε και στο πλαίσιο των μετέπειτα επαναστάσεων, με αποκορύφωμα την ύψωση στις 25 Ιανουαρίου 1897 στην Αγία Τριάδα Ακρωτηρίου, της ελληνικής σημαίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και μια ομάδα 250 επαναστατών, κηρύσσοντας παράλληλα την Ένωση. Το γεγονός αυτό οδήγησε στον αποκλεισμό του Ακρωτηρίου και τον βομβαρδισμό της περιοχής από τον στόλο των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

